FRAUDE

FRAUDE= ΠΡΧ ΦΡΑΟΥΔΕ> ΦΡΟΥΔΕΣ ΕΛΠΙΔΕΣ> ΜΑΤΑΙΩΣΗ, ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ,

ΠΡΧ ΗΧΜ ΦΡΟΥΟΥ= ΑΙΣΘΗΜΑ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ, ΠΡΧ ΦΡΑΣΣΩ> ΕΜΠΟΔΙΖΩ,

ΠΡΧ ΦΡΟΥ-ΣΤΡΑΡ> ΑΣΤΑ ΒΡΑ-ΣΤΑ> ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΩ, ΠΡΧ ΞΑ-ΦΡΙΖΩ= ΑΠΑΤΗ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

fraude πρχ φρούδες ελπίδες ή ξα-φρισμα χρημάτων

1. α, απάτη, En este estado, se considera que el fraude empresarial es un delito grave,

Σε αυτήν την πολιτεία, η εταιρική απάτη θεωρείται κακούργημα

2.σνθ, fraude fiscal φορολογική απάτη

3. εκφ, cometer fraude, διαπράττω απάτη

fraudulencia 1. θ, fraude

2. πρχ φραου-δουλενσια> προ-δολίευση σε κάτι, δόλια πρόθεση

fraudulento, ta 1. ε, πρχ προ-δολευτό = δόλιος, -α, -ο, ανέντιμος, -η, -o,

Se le acusó de hacer su fortuna a base de prácticas comerciales fraudulentas,

Κατηγορήθηκε ότι απέκτησε περιουσία μέσω δόλιων επιχειρηματικών πρακτικών

fraudulentamente 1. επρ, πρχ προ-δολίως, δόλια

defraudar πρχ πουλάω φρούδες ελπίδες για κάτι ή δε-φραου-δαρ> δε-φορο-δίδω

1. ρμ, εξαπατώ, υπεξαιρώ, defraudó noventa millones en el banco,

υπεξαίρεσε 90 εκατομμύρια στην τράπεζα

2. φοροδιαφεύγω, δεν πληρώνω φόρους, fue multado por defraudar las contribuciones,

έφαγε πρόστιμο επειδή φοροδιέφυγε τις εισφορές

3. απογοητεύομαι από κάτι, σαν να κάνω φρουου ηχμ, ή με γεμίζεις φρούδες ελπίδες

me has defraudado, με έχεις απογοητεύσει

Mis padres van a pagar por mis estudios, así que no los voy a defraudar,

Οι γονείς μου θα πληρώσουν για τις σπουδές μου, οπότε δεν πρόκειται να τους απογοητεύσω

4. μτφ, χαλάω κάτι σε κάποιον, le defraudamos la hermosa puesta de sol,

του χαλάσαμε το όμορφο ηλιοβασίλεμα

defraudación 1. θ, εξαπάτηση

2. φοροδιαφυγή

3. απογοήτευση

4. σνθ, defraudación fiscal, de impuestos, φοροδιαφυγή

defraudado, da πρχ που έφαγε φρούδες ελπίδες ή ηχμ, σαν να κάνω φρουου

1. ε, απογοητευμένος, -η, -o, está defraudado, είναι απογοητευμένος

2. εξαπατημένος, -η, -ο

defraudador, ra 1. α θ, απατεώνας , ισσα

2. φοροφυγάς

frustrar πρχ σαν φρούδες ελπίδες> απογοητεύω ή φράσσω> εμποδίζω

1. ρμ, απογοητεύομαι, me frustra esa situación, με απογοητεύει αυτή η κατάσταση

Despidieron al profesor porque sus comentarios negativos frustraban a los alumnos,

Ο καθηγητής απολύθηκε επειδή τα αρνητικά του σχόλια απογοήτευαν τους μαθητές

2. πρχ φράσσω κάτι, εμποδίζω να συμβεί, ματαιώνω, αποτρέπω,

la policía frustró el atraco, η Αστυνομία εμπόδισε την ληστεία

3. μτφ, φράσσω την εξέλιξη σε κάτι> χαλάω, el mal tiempo frustró nuestras vacaciones,

η κακοκαιρία χάλασε τις διακοπές μας

4. ραντ, ηχμ, ψυχικό φρουου, νιώθω, απογοητεύομαι, είμαι απογοητευμένος από κάτι,

no debes frustrarte por tu separación, δεν πρέπει να απογοητεύεσαι από τον χωρισμό σου

5. για κάτι που φράσσεται, δεν φτάνει το στόχο του, αποτυχαίνει,

el plan se frustró, το σχέδιο απέτυχε

frustración πρχ φρούδες ελπίδες ή φράσσω= ματαίωση ελπίδας, επιθυμίας για κάτι

ηχμ φρουου

1. θ, αίσθημα αποτυχίας ή απογοήτευσης από κάτι, σαν να κάνω φρουου ηχμ,

para mí es una frustración no conseguir el empleo,

για μένα είναι μια απογοήτευση να μην πάρω την θέση

2. εκφ, sentir frustración por αισθάνομαι, είμαι απογοητευμένος από

frustrado, da 1. ε, απογοητευμένος, -η, -ο,

Me sentí muy frustrado al suspender el examen después de tanto esfuerzo,

Ένιωσα πολύ απογοητευμένος όταν απέτυχα στις εξετάσεις μετά από τόσο κόπο

2. για ελπίδες χαμένες> πρχ φρούδες, εξανεμισμένος -η, -o

una esperanza frustrada, εξανεμισμένη ελπίδα

3. για προσπάθεια, σχέδιο, πρχ φραγμένο> αποτυχημένος, -η, -o,

un un intento frustrado, μια αποτυχημένη προσπάθεια

4. επαγγελματικά αποτυχημένος, -η, -o

5. α θ, πρχ φραγμένος> για άτομο, αποτυχημένος, -η

frustrante 1. ε, πρχ φράσσων ελπίδες= απογοητευτικός, -ή, -ó

Scroll to Top