FRASE= ΠΡΧ ΦΡΑΣΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
frase 1. θ, φράση, un sujeto y un predicado forman una frase,
ενα υποκείμενο και ενα κατηγορούμενο σχηματίζουν μια φράση
2. ιδιωματισμός, έκφραση
3. μσκ, φράση, frase musical, μουσική φράση
4. σνθ, frase hecha, στερεότυπη έκφραση,
frase lapidaria, επι-γραμματική, λακωνική φράση
frase proverbial, φράση παροιμιακή= παροιμία
frasear 1. ρα, διατυπώνω μουσική φράση
2. ρμ, ρα, σχηματίζω φράση, μιλώ γλώσσα περίτεχνη
fraseo 1. α, μσκ, διατύπωση μουσικής φράσης
fraseología 1. θ, φρασεολογία
2. μακρηγορία, πολυλογία, περιττολογία
fraseológico, ca 1. ε, φρασεολογικός, -ή, -ό
frenesí πρχ φρόνηση ή φρενίτιδα
1. α, φρενίτιδα σε ένταση πράξης, la pasión le lleva a expresar sus sentimientos con frenesí,
το πάθος του τον οδηγεί να εκφράσει τα συναισθήματα του με αλλοφροσύνη
2. αλλο-φροσύνη, παρα-φροσύνη, en su frenesí, se imagina que quieren matarlo,
στην παραφροσύνη του, φαντάζεται πως θέλουν να τον σκοτώσουν
frenéticamente 1. επρ, αλλόφρονα, παράφορα
2. με φρενίτιδα, έξαλλα σε ένταση
frenético, ca 1. ε, φρενήρης, -ης, -ες, un baile de ritmo frenético,
ένας χορός με φρενήρη ρυθμό
2. για θυμό, αλλόφρων, -ων, -ον, εκτός εαυτού, sus tonterías me ponen frenética,
έξαλλος, -η, -ο, οι βλακείες του με κάνουν έξαλλο
frenetismo 1. α, φρενίτιδα
frenogástrico, ca 1. ε, ιατ γαστρο-φρενικός, -ή, -ó
frenología 1. θ, φρενο-λογία
frenológico, ca 1. ε, φρενολογικός, -ή, -ó
frenólogo, ga 1. α θ, φρενολόγος
frenópata 1. α θ, φρενοπαθής, φρενοβλαβής
frenopatía 1. θ, φρενοπάθεια, φρενοβλάβεια
frenopático, ca 1. ε, φρενοπαθής, -ής, -ές, φρενοβλαβής, -ής, -ές
frenopático 1. α, φρενοκομείο
paráfrasis 1. θ, παράφραση, ερμηνεία, hizo una paráfrasis de un pensamiento de Marx,
έκανε μια παράφραση μιας σκέψης του Μαρξ
2. μετάφραση στίχου όχι ακριβώς, leí una paráfrasis en prosa de los poemas de Virgilio,
διάβασα μια μετάφραση σε πεζογραφία των ποιημάτων του Βιργίλιου
parafrasear 1. ρμ, παραφράζω, parafraseó unas palabras de su maestro,
παρέφρασε μερικά λόγια του δασκάλου του
parafraste 1. α θ, παραφραστής, -ια
parafrástico, ca 1. ε, παραφραστικός, -ή, -ό
parafraseador, ra 1. α θ, παραφραστής, -ια
perífrasis 1. θ, περίφραση
2. σνθ, perífrasis verbal, γρμ, ρηματική περίφραση,
las perífrasis verbales pueden ser de infinitivo, gerundio o participio,
οι ρηματικές περιφράσεις μπορούν να είναι με απαρέμφατο, γερούντιο ή μετοχή
perifrasear 1. ρα, μιλώ περιφραστικά, χρησιμοποιώ περίφραση
perifrástico, ca 1. ε, περιφραστικός, -ή, -ό
eufrasia 1. θ, βοτ, ευφρασία
sofrología 1. θ, σωφρολογία
sofrólogo, ga 1. α θ, σωφρολόγος
refrán 1. α, πρχ ρεφρέν= παροιμία, "a quien madruga, Dios le ayuda",
όποιος ξημερώνει, ο θεός τον βοηθά
2. εκφ, según reza el refrán, όπως λέει η παροιμία
tener refranes para todo, έχω μια απάντηση για όλα
refranero 1. α, συλλογή, παροιμιών
refranesco, ca 1. ε, παροιμιώδης, -ης, -ες
refranista 1. α θ, πρόσωπο που αναφέρει συχνά παροιμίες