FREGAR= ΗΧΜ ΦΡΙ-ΦΡΙ> ΤΡΙΨΙΜΟ, ΤΡΙΒΩ, ΠΡΧ ΦΡΕΓΓΑΡ> ΣΦΟΥΓΓΑΡΙΖΩ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
fricación 1. θ, ηχμ φρις= τρίψιμο, τριβή
2. φων, συριστικότητα
friccionar 1. ρμ, κάνω εντριβές, τρίβω
fricativa 1. θ, φων, συριστικότητα
fricativo, va 1. ε, φων, συριστικός, -ή, -ó
fricando 1. α, μαγ, φρικαντό, κρέας με λαρδί
fricar 1. ρμ, τρίβω 2 πράγματα μεταξύ τους
fricción 1. θ, εντριβή σε κάποιον, τρίψιμο, una fricción con alcohol, εντριβή με οινόπνευμα
2. μτφ, προστριβή, fricciones entre los jugadores, προστριβές με τους παικτών
3. τρίψιμο 2 πραγμάτων, τριβή
4. εκφ, dar una fricción, κάνω εντριβή σε κάποιον
fregamiento 1. α, πράξη του fricar, τρίψιμο
frívolo, la 1. ε, πρχ φρι-βολο> φρου-φρου βούληση> σκέψη= επιπόλαιος, -α, -ο, απερίσκεπτος, -η, -ο, Fue un comentario frívolo. No le prestes atención,
Ήταν ένα επιπόλαιο σχόλιο. Μην του δίνεις σημασία
frivolidad 1. θ, επιπολαιότητα, απερισκεψία
frívolamente 1. επρ, επιπόλαια, απερίσκεπτα
frivolité 1. α, ρπτ, δαντέλα από βαμβακερό νήμα
friable 1. ε, πρχ φρια-βλε> φρι-βλητος= εύθρυπτος, -η, -o
friabilidad 1. θ, ευθρυπτότητα
freza 1. θ, ζωλ, ωοτοκία, πρχ απο-φράζω αυγά
2. κοπριά
frez 1. θ, κοπριά
frezar πρχ απο-φράζω
1. ρα, κουτσουλώ
2. ζωλ, ωοτοκώ, αποθέτω γόνο
fregar ηχμ φρι-φρι= τρίβω
1. ρμ, τρίβω= πλένω, no le gusta fregar los platos, δεν του αρέσει να πλέενι τα πιάτα
2. κάνω λάντζα σε ταβέρνα
3. τρίβω κάτι για να το καθαρίσω, ¿Has fregado los cristales de las ventanas?
έχεις καθαρίσει τα τζάμια των παραθύρων;
Friega las cacerolas con el estropajo, Τρίψτε τις κατσαρόλες με το σύρμα
4. τρίβω επιφάνεια, σφουγγαρίζω, fregar el suelo, σφουγγαρίζω το πάτωμα
friegaplatos 1. α, ηχμ φρι-πιάτα> που τρίβει, πλένει-πιάτα= πλυντήριο πιάτων
fregona 1. θ, πρχ σφουγγαρίστρα, μάπα, pasar la fregona, περνάω την μάπα, σφουγγαρίζω
2. μτφ, οικ, υτμ, άτομο που υπηρετεί στην κουζίνα, παραδουλεύτρα,
Contraté a una fregona porque odio tener que limpiar la casa yo misma,
Προσέλαβα μια σφουγγαρίστρα γιατί μισώ να καθαρίζω μόνος μου το σπίτι
3. μτφ, υτμ, γυναίκα ατημέλητη, σαν σφουγγαρ-ονα
friega 1. θ, εντριβή, τρίψιμο, μασάζ, una friega con esta loción te deja como nuevo,
ένα τρίψιμο με αυτή τη λοσιόν σε αφήνει σαν καινούργιο
2. μτφ, ξύλο, Los vecinos le pusieron una friega al ladrón,
Οι γείτονες του έδωσαν ενα ξύλο, ξυλοκόπησαν τον κλέφτη
3. εκφ, dar friegas, κάνω εντριβές, τρίβω
fregadera 1. θ, πρχ φρεγκαδερα> σφουγγαριερα> μέρος τριβής πιάτων= νεροχύτης
fregadero 1. α, νεροχύτης
fregado 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του fregar
2. πλύσιμο πιάτων, τρίψιμο κατσαρόλας
3. τρίψιμο επιφάνειας για να καθαρίσει
4. λάντζα σε ταβέρνα
5. οικ, μτφ, προσ-τριβή ατόμων= τσακωμός, φασαρία, σαματάς
6. μτφ, μπλέξιμο, μπέρδεμα, μπελάς, κατάσταση, υπόθεση μπερδεμένη,
Estoy metido en un fregado porque le debo dinero a un usurero,
Είμαι χωμένος σε ένα μπέρδεμα γιατί χρωστάω χρήματα σε έναν τοκογλύφο
7. εκφ, meterse en un fregado , οικ, μτφ, μπλέκω σε καβγά, τσακωμό, φασαρίες
ή μπερδεμένη υπόθεση, κατάσταση
fregador 1. α, νεροχύτης
2. σφουγγάρι τριψίματος
fregajo 1. α, ναυ, σφουγγαρίστρα καταστρώματος
fregotear 1. ρμ, οικ, περνάω το σφουγγάρι χάλια= πλένω τσαπατσούλικα, πασαλείβω
Este plato ha sido fregoteado, todavía tiene comida adherida,
Αυτό το πιάτο έχει καθαριστεί χάλια. Έχει ακόμα κολλημένο φαγητό
2. καθαρίζω επιφάνεια τσαπατσούλικα, πασαλείβω, ¡Solo fregoteaste las ventanas!
Μόνο πασάλειψες τα παράθυρα!
fregoteo 1. α, οικ, τσαπατσούλικο πλύσιμο, πασάλειμμα
refregar πρχ περι-σφουγγαρίζω κάτι= περιτρίβω
1. ρμ, ραντ, περιτρίβω κάτι, -εται, refriega bien la barandilla para quitarle el óxido,
τρίψε καλά την κουπαστή για να της αφαιρέσεις την σκουριά
refregó el cuello de la camisa, περι-τρίφτηκε ο λαιμός της μπλούζα
Después de refregarse contra la pierna de su amo, el gato empezó a maullar,
Αφού τρίφτηκε στο πόδι του κυρίου του, η γάτα άρχισε να νιαουρίζει
2. ρμ, μτφ, περι-τρίβω κάτι σε κάποιον, κοπανάω, χτυπάω, τρίβω στα μούτρα,
siempre me está refregando que saca mejores notas que yo,
πάντα μου κοπανάει πως βγάζει καλύτερους βαθμούς απο ‘τι εγώ
¿Quieres dejar de refregarme que tienes un coche nuevo?
Θέλεις να σταματήσεις να μου χτυπάς πως έχεις καινούργιο αυτοκίνητο;
3. εκφ, refregarle algo a alguien (en las narices) οικ, μτφ,
les refregó la derrota en sus narices, τους έτριψε στα μούτρα την ήττα
refriega 1. θ, μτφ, περι-τριβή= συμπλοκή ατόμων, τσακωμός
recibió un navajazo en una refriega callejera,
Δέχτηκε μια μαχαίρια με σουγιά σε μια συμπλοκή στο δρόμο
refregamiento 1. α, πράξη του refregar
2. τρίψιμο
refregadura 1. θ, πράξη του refregar
2. τρίψιμο
3. σημάδι απο τριβή
refregón 1. α, οικ, πράξη του refregar
2. τρίψιμο
3. σημάδι απο τριβή
4. ναυ, ριπή αέρα
tráfago πρχ τρι-φευγιό= πολύ κίνηση, πρχ τρι-φαγο ή τρι-φόρτος, πρχ τραφικ
1. α, μεγάλο φόρτο εργασίας, φασαρία, φόρτο,
con el tráfago de la inauguración no he podido llamarte,
με τη φασαρία των εγκαινίων δεν έχω καταφέρει να σας καλέσω
2. μεγάλη κίνηση στους δρόμους, en Navidad hay mucho tráfago en la zona comercial,
Τα Χριστούγεννα έχει μεγάλη κίνηση στον εμπορικό χώρο
atrafagar 1. ρα, ραντ, πρχ τρι-φαγώνομαι με κάτι, καταπιάνομαι, κουράζομαι πολύ,
se atrafaga para tenerlo todo listo el día antes,
φαγώνεται, κουράζεται πολύ για να τα έχει όλα έτοιμα την προηγούμενη μέρα
ráfaga 1. θ, πρχ τρι-φου= ριπή ανέμου, Sentí una ráfaga de viento venir del este,
Ένιωσα μια ριπή ανέμου να έρχεται από την ανατολή
2. μτφ, τρι-φωτάγημα= ριπή πυροβολισμού, se escuchó una ráfaga de tiros,
ακούστηκε μια ριπή πυροβολισμών
3. μτφ, τρι-φωτάγημα = σινιάλο με τα φώτα
4. μτφ, τρι-φυγη ψυχική= ξέσπασμα ψυχικό, έκρηξη, una ráfaga de ira,
ένα αιφνίδιο ξέσπασμα οργής
trasegar 1. ρμ, πρχ τρισ-άγω> ανακατεύω πράγματα, ανακινώ, αποδιοργανώνω,
no trasiegues mis cajones, μην ανακατεύεις τα συρτάρια μου
2. μτφ, τρισ-άγω ή μετ-άγω= ανακινώ άτομα ή πράγματα, ανακατεύω, μετακινώ,
El nuevo jefe de personal está trasegando gente entre departamentos,
Ο νέος διευθυντής προσωπικού μετακινεί κόσμο μεταξύ τμημάτων
estoy trasegando los libros del salón al estudio,
Μετακινώ τα βιβλία από το σαλόνι στο γραφείο
3. πρχ τρασεγγαρ> μετ-αγγίζω ποτό, υγρό, trasegar vino, μεταγγίζω οίνο
ή λαμπικάρω από τα κατακάθια κρασιού
4. διυλίζω πετρέλαιο
5. οικ, μτφ, πρχ τρασεγγαρ> στραγγίζω το μπουκάλι= πίνω πολύ, κατεβάζω
trasegaba con frecuencia vino tinto, έπινε με συχνότητα οίνο κόκκινο
trasiego 1. α, πρχ μετ-άγημα= πράξη και αποτέλεσμα του trasegar
Cambié de lugar los muebles de la sala de estar. Me agoté con tanto trasiego,
Άλλαξα μέρος τα έπιπλα στο σαλόνι. Εξαντλήθηκα με τόση μετακίνηση
La policía intentó frenar el trasiego de drogas a través de las fronteras,
Η αστυνομία προσπάθησε να σταματήσει τη διασυνοριακή διακίνηση ναρκωτικών
2. μτφ, πήγαινε-έλα ατόμων, πραγμάτων, κίνηση,
hay un constante trasiego de personas, υπάρχει ένα διαρκές πήγαινε-έλα ατόμων
Comenzaron a llamar los teléfonos y el trasiego en la oficina aumentó.
Τα τηλέφωνα άρχισαν να χτυπούν και η κίνηση στο γραφείο αυξήθηκε
3. ακαταστασία πραγμάτων, χαρτιών, ανακατωσούρα
4. μετάγγιση υγρού, ποτού, El sommelier empezó la degustación con un trasiego del vino,
Ο σομελιέ ξεκίνησε τη γευσιγνωσία με μια μετάγγιση του οίνου
5. λαμπικάρισμα κατακαθιού
6. διύλιση πετρελαίου
7. μτφ, στράγγισμα= πιώμα, μεγάλη πόση αλκοόλ
trasegador, ra 1. ε, που πράττει το ρήμα trasegar, μεταγγιστικός, -ή, -ó
traficar πρχ τρι-φιάχνω= τρι-φέρω, τραφικάρω, πρχ στροφικαρω> διακινώ
1. ρα, διακινώ, κάνω εμπόριο, λαθρεμπόριο, traficar con drogas, con órganos,
διακινώ, κάνω εμπόριο ναρκωτικών, οργάνων
Los piratas traficaban con mujeres y esclavos,
Οι πειρατές διακινούσαν γυναίκες και σκλάβους
tráfico 1. α, κίνηση οχημάτων, κυκλοφοριακή κίνηση
2. παράνομο εμπόριο, λαθρεμπόριο
3. σωματεμπορία
4. σνθ, tráfico aéreo, εναέρια κυκλοφορία
tráfico de armas, λαθρεμπόριο όπλων
tráfico de blancas, εμπόριο λευκής σαρκός
tráfico de divisas, λαθρεμπόριο συναλλάγματος
tráfico de drogas, εμπόριο, λαθρεμπόριο ναρκωτικών
tráfico de esclavos, δουλεμπόριο
tráfico de estupefacientes, παράνομη εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών
tráfico marino, εμπ, θαλάσσιο εμπόριο
tráfico rodado, οδική κυκλοφορία
tráfico sexual, σωματεμπόριο
traficante 1. ε, α θ, δια-κινητικός, -ή, -ό, διακινητής, -ια,
λαθρεμπορικός, -ή, -ό, λαθρέμπορος
2. σνθ, traficante de armas λαθρέμπορος όπλων
traficante de drogas έμπορος, λαθρέμπορος ναρκωτικών
traficante de esclavos, δουλέμπορος
disfrazar πρχ ντισ-φραζαρ> αντ-αμ-φιέζω> αλλαζω αμφίεση ή με-ταμ-φιέζω κάτι, κάποιον
πρχ αντι-φράζω> καλύπτω κάτι
1. ρμ, ραντ, μεταμφιέζω, ντύνω, su madre la disfrazó de payaso,
η μητέρα της την έντυσε κλόουν
Lo disfrazaron de mendigo para que nadie sospechara que estaba vigilando,
Τον μεταμφιέσαν σε ζητιάνο για να μην υποψιαζόταν κανείς ότι παρακολουθούσε
2. ρμ, μτφ, αλλάζω, κρύβω, καλύπτω, προσποιούμαι,
disfrazó la voz para que no le reconocieran,
άλλαξε τη φωνή του για να μην τον αναγνώριζαν
Mario intentó disfrazar sus celos pero eran más que evidentes,
Ο Μάριο προσπάθησε να κρύψει τη ζήλια του αλλά ήταν κάτι παραπάνω από εμφανές
Traté de disfrazar el sabor a quemado de la salsa poniéndole limón,
Προσπάθησα να καλύψω την γεύση καμένου της σάλτσας προσθέτοντας της λεμόνι
disfraz 1. α, στολή, μεταμφίεση, un disfraz de payaso, μια στολή κλόουν
2. μασκάρεμα, baile de disfraces, χορός μεταμφιεσμένων, μπαλ μασκέ
3. μτφ, προσωπείο, κάλυψη, ocultaba sus celos bajo el disfraz de la indiferencia,
έκρυβε την ζήλεια του κάτω απο το προσωπείο της αδιαφορίας
Su aparente seguridad es solo un disfraz para ocultar su indecisión,
Η φαινομενική του αυτοπεποίθηση είναι απλώς μια κάλυψη για να κρύψει την αναποφασιστικότητα του
4. μτφ, μεταμφίεση, con un disfraz de camarera perpetró robos en distintos hoteles,
με μια μεταμφίεση σερβιτόρας διέπραξε ληστείες σε διάφορα ξενοδοχεία
5. εκφ, bajo el disfraz de, με το πρόσχημα ότι