ELEMENTO

ELEMENTΟ= ΠΡΧ ΛΗΜΜΑ ΑΠΟ ΚΑΤΙ> ΣΤΟΙΧΕΙΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

elemento πρχ λήμμα απο κάτι= στοιχείο

1. α, στοιχείο, συστατικό, κομμάτι από ένα σύνολο, el mueble consta de varios elementos,

το έπιπλο αποτελείται από διάφορα κομμάτια

Uno de los elementos clave de la campaña es la fotografía,

Ένα από τα βασικά στοιχεία της καμπάνιας είναι η φωτογραφία

2. χημ, φσκ, πλφ, στοιχείο, El número de protones de cada elemento aparece en la tabla periódica, Ο αριθμός των πρωτονίων σε κάθε στοιχείο εμφανίζεται στον περιοδικό πίνακα

3. μτφ, μέρος όπου κατοικεί κάποιος, κάτι, στοιχείο, Elise está en su elemento en la playa,

Η Ελίζ είναι στο στοιχείο της στην παραλία

4. φλφ, 1 από τα 4 στοιχεία της φύσης, los cuatro elementos, τα τέσσερα στοιχεία

5. οικ, μτφ, για κάποιον, άτομο αξιολογημένο θετικά ή αρνητικά, φοβερός τύπος, τυπάρας, ¡menudo elemento es Julio! τι άτομο που είναι ο Χούλιο

¡menudo, vaya elemento!, φοβερός τύπος!, τι παλιάνθρωπος!

6. μτφ, μέλος μιας ομάδας ατόμων, άτομο, el elemento más audaz del equipo,

το πιο θρασύ μέλος της ομάδας

Los elementos que trabajan en esta asociación están muy calificados,

Τα άτομα που εργάζονται σε αυτόν τον σύλλογο είναι άκρως εξειδικευμένα

7. μτφ, γεγονός απρόβλεπτο, τερτίπια της μοίρας, σαν στοιχείο της μοίρας,

no se puede luchar contra los elementos, δεν μπορείς να παλέψεις κόντρα στην μοίρα

8. σνθ, elementos incontrolados, οικ, μτφ, ανεξέλεγκτα στοιχεία, οι γνωστοί άγνωστοι

elemento compositivo, γρμ, στοιχείο γραμματικό, πρόθεμα άκλιτο

9. εκφ, el líquido elemento, οικ, ευφ, το υγρό στοιχείο

estar alguien en su elemento, είναι κάποιος στο στοιχείο του,

es un ratón de biblioteca, entre libros está en su elemento,

είναι βιβλιοφάγος, μεταξύ βιβλίων είναι στο στοιχείο του

elementos 1. α πλ, στοιχεία της φύσης

2. στοιχειώδεις αρχές σε επιστήμη, πεδίο γνώσης, elementos de lingüística,

στοιχειώδεις αρχές της γλωσσολογίας

3. μτφ, λήμματα σαν μέσα, πόρους, νοητικά ή πρακτικά για να καταλάβω, κάνω κάτι,

tiene pocos elementos de juicio, έχει λίγα μέσα κρίσης

carezco de elementos de juicio para aconsejarte,

στερούμαι από πόρους κρίσης για να σε συμβουλέψω

elemental 1. ε, σαν λήμμα σε κάτι= βασικός, -η, -ο, θεμελιώδης, -ης, -ες, στοιχειώδες, -ης, -η

educación elemental, εκπαίδευση βασική, στοιχειώδη

matemática elemental, μαθηματικά βασικά

norma, ley elemental, βασικός κανόνας, νόμος

2. μτφ, νοητικά προφανές, -ής, -ή, απλούστατος, -η, -o,

tan elemental como que dos y dos son cuatro,

τόσο προφανές σαν 2 και 2 είναι 4

la respuesta era elemental, η απάντηση ήταν απλούστατη

Scroll to Top