ELEFANTE

ELEFANTE= ΠΡΧ ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

elefante, ta 1. α θ, ελέφαντας

2. σνθ, elefante africano, asiático, αφρικανικός, ασιατικός ελέφαντας

elefante marino, θαλάσσιος ελέφαντας

elefantino 1. α, ελεφαντάκι

elefantino, na 1. ε, ελεφάντινος, -η, -o

olifante 1. α, κέρας από ελεφαντόδοντο

elefancía, elefancia 1. θ, ιατ, ελεφαντίαση

elefanciaco, ca, elefancíaco, ca 1. ε, αθ, ιατ, σχετικός, -ή, -ó με την ελεφαντίαση,

πάσχων, -ουσα, -ον από ελεφαντίαση

elefantiásico, ca 1. ε, αθ, ιατ, σχετικός, -ή, -ó με την ελεφαντίαση,

πάσχων, -ουσα, -ον από ελεφαντίαση

elefantiasis 1. θ, ιατ, ελεφαντίαση

Scroll to Top