ELÁSTICO= ΠΡΧ ΕΛΑΣΤΙΚΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
elástico 1. α, λάστιχο για μαλλιά, se sujeta el pelo con un elástico,
πιάνει το μαλλί με ένα λάστιχο
2. ελαστικό ύφασμα
3. ελαστικό μέρος κάλτσας στο πάνω μέρος για συγκράτηση
4. κορδόνι ελαστικό
elásticos 1. α πλ, τιράντες, el payaso llevaba unos elásticos de color naranja,
ο κλόουν φορούσε τιράντες με πορτοκαλί χρώμα
elástico, ca 1. ε, για υλικό, ελαστικός, -ή, -ó, la lycra es un tejido elástico,
το λίκρα είναι ενα ύφασμα ελαστικό
2. μτφ, για χαρακτήρα, άποψη, ελαστικός, -ή, -ó, ανεκτικός, -ή, -ó
3. μτφ, ελαστικός, -ή, -ó, tengo un horario muy elástico, έχω ένα ωράριο ελαστικό
4. μτφ, για νόημα με πολλές ερμηνείες, ελαστικός, -ή, -ό, lo que tú dices es muy elástico,
αυτό που λες είναι πολύ ελαστικό σε ερμηνεία, σχετικό
elástica 1. θ, πλεκτή φανέλα
2. αθλ, φανέλα
elasticidad 1. θ, ελαστικότητα υλικού
2. μτφ, ελαστικότητα χαρακτήρα
3. ελαστικότητα ερμηνείας
4. αθλ, ευλυγισία
5. σνθ, elasticidad de horarios, ελαστικότητα ωραρίου
elasticidad de la demanda, de la oferta, οκν, ελαστικότητα ζήτησης, προσφοράς
elasticimetría 1. θ, μχν, μέτρηση ελαστικότητας
elasticímetro 1. α, μχν, ελαστόμετρο
elastómero 1. α, ελαστομερές
elastina 1. θ, βιο, ελαστίνη
elatérido 1. α, εντ, ελατηρίδα