CHARRO

CHARRO= ΠΡΧ ΣΑΝ ΤΣΙΡΚΟ ΟΙ ΦΟΡΕΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΣΑΛΑΜΑΝΚΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

charro, rra 1. ε, τσιρκάτος, -η, -ο, για παραδοσιακή στολή χωρικών της Σαλαμάνκας,

Traje charro, στολή Σαλαμάνκας

2. σχετικός, -ή, -ό με τη Σαλαμάνκα, habla charra, ομιλία από τη Σαλαμάνκα

3. μτφ, τσιρκάτος, -η, -ο για πολλά αξεσουάρ σε ρούχα, στολίδια, παραφορτωμένος, -η, -ο, άκομψος, -η, -ο, κακόγουστος, -η, -o, un vestido charro, ενα φόρεμα τσιρκάτο, κακόγουστο

charro, rra 1. α θ, χωρικός, χωρική από τη Σαλαμάνκα

2. γηγενής κάτοικος της Σαλαμάνκα

charrada 1. θ, παραδοσιακός χορός της Σαλαμάνκα

Scroll to Top