CALUMNIA

CALUMNIA= ΠΡΧ ΚΑΛΗ-ΜΝΕΙΑ> ΜΤΦ ΚΑΚΗ ΜΝΕΙΑ ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ> ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ,

ΠΡΧ ΚΑΛΕΙ-ΜΑΝΙΑ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟΝ> ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

calumnia 1. θ, συκοφαντία, esta revista solo publica calumnias,

αυτό το περιοδικό μόνο δημοσιεύει συκοφαντίες

2. νομ, δυσφήμιση, κατηγορία ψευδής σε κάποιον,

denunció ante la magistratura las calumnias de que fue víctima,

κατήγγειλε προ του δικαστηρίου τις δυσφημίσεις των οποίων υπήρξε θύμα

calumniar 1. ρμ, συκοφαντώ, la prensa amarilla se dedicó a calumniarle,

ο κίτρινος τύπος αφιερώθηκε στο να τον συκοφαντήσει

2. νομ, δυσφημώ

calumniador, ra 1. ε, α θ, συκοφαντικός, -ή, -ό, συκοφάντης, -ια

2. δυσφημιστικός, -ή, -ό, δυσφημιστής, -ια

calumnioso, sa 1. ε, συκοφαντικός, -ή, -ό

Scroll to Top