CALOR

CALOR= ΠΡΧ ΚΑΛΟΡ-ΙΦΕΡ> ΘΕΡΜΗ, ΖΕΣΤΗ, ΘΕΡΜΟΤΗΤΑ, ΠΡΧ ΚΟΧΛ-ΑΖΩ= ΒΡΑΖΩ,

ΠΡΧ ΚΑΥΤΟ, ΠΡΧ ΚΑΛΝΤΕΡΑ= ΛΕΒΗΤΑΣ, ΧΥΤΡΑ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

calorífero 1. α, καλοριφέρ, θερμαντικό σώμα

calorífero, ra 1. ε, πρχ καλορ-ιφερικός= θερμαντικός, -ή, -ó

calorificación 1. θ, θερμοφορία, θερμογένεση

calorífico, ca 1. ε, θερμογόνος, -α, -ο

calorífugo, ga 1. ε, πρχ θερμο-φυγος= θερμο-ανθεκτικός, -ή, -ό, άφλεκτος, -η, -ο

calorífugo 1. α, πρχ θερμο-φυγο= θερμο-μόνωση

calor

1. α, ζέστη, θερμότητα, un día de mucho calor, μια μέρα με πολλή ζέστη

No es el calor, sino la humedad la que me afecta mucho,

Δεν είναι η ζέστη, αλλά η υγρασία που με επηρεάζει πολύ

2. μτφ, σημείο κορύφωσης, πυρετός, en el calor de la batalla, la caballería atacó,

στον πυρετό της μάχης, το ιππικό επιτέθηκε

3. μτφ, ψυχική ζεστασιά, θέρμη, ενδιαφέρον, no tiene en su familia el calor deseado,

δεν έχει στην οικογένεια του την επιθυμητή ζεστασιά

acoger con calor, υποδέχομαι με θέρμη, ζεστασιά,

Nuestros amigos nos acogieron con tal calor que nos sentimos muy a gusto en su casa,

Οι φίλοι μας μας υποδέχτηκαν με τόση ζεστασιά που νιώσαμε πολύ άνετα στο σπίτι τους

4. μτφ, θέρμη, ενθουσιασμός, ζέση, ζωντάνια, discutieron con calor sobre el paro,

συζήτησαν με θέρμη για την ανεργία

5. φσκ, θερμότητα

6. σνθ, calor humano, ανθρώπινη ζεστασιά

calor natural, φυσική θερμότητα

calor radiante, τχν, ακτινοβολούμενη θερμότητα

7. εκφ, morirse de calor, πεθαίνω από τη ζέστη

dar calor, δίνω ζέστη= ζωντανεύω κάποιον

entrar en calor, αρχίζω να ζεσταίνομαι, con sólo una copita entré en calor,

με μόνο ενα ποτηράκι άρχισα να ζεσταίνομαι

tomar algo con calor, παίρνω κάτι στα ζεστά

asarse de calor, ψήνομαι απο ζέστη, a mediodía nos asamos de calor,

το μεσημέρι ψηθήκαμε από τη φωτιά

al calor de, με την βοήθεια, al calor de sus amigos superó la muerte de su madre,

Με τη βοήθεια των φίλων του ξεπέρασε τον θάνατο της μητέρας του

calorescencia 1. θ, φσκ, θερμοφωταύγεια

caloría 1. θ, θερμίδα

2. εκφ, bajo en calorías, φτωχός σε θερμίδες

calorimetría 1. θ, θερμιδο-μετρία

calorimétrico, ca 1. ε, θερμιδο-μετρικός, -ή, -ό

calorímetro 1. α, θερμιδό-μετρο

calórico, ca 1. ε, θερμιδικός, -ή, -ó, gasto calórico, θερμιδική δαπάνη

2. με πολλές θερμίδες, θερμιδογόνος, -α, -o

3. θερμικός, -ή, -ó, radiación calórica, θερμική ακτινοβολία

calórico 1. α, φσκ, θερμικό

caluroso, sa 1. ε, ζεστός, -ή, -ó, θερμός, -ή, -ó, un día caluroso, μια ζεστή μέρα

Las nubes desaparecieron y el tiempo se puso caluroso,

Τα σύννεφα εξαφανίστηκαν και ο καιρός έγινε ζεστός

2. για ρούχο, ζεστός, -ή, -ó

3. για άτομο, που ζεσταίνεται, Siempre tomo agua fría porque soy una persona calurosa,

Πίνω πάντα κρύο νερό επειδή είμαι ένα άτομο που ζεσταίνεται

4. μτφ, θερμός, -ή, -ó, Recibió un aplauso caluroso por su interpretación,

Έλαβε ένα θερμό χειροκρότημα για την ερμηνεία του

calurosamente

1. επρ, μτφ, θερμά, με θέρμη, El actor sonrió cuando el público aplaudió calurosamente,

Ο ηθοποιός χαμογέλασε καθώς το κοινό χειροκρότησε θερμά

2. μτφ, ένθερμα, ενθουσιωδώς

acalorar 1. ρμ, θερμαίνω, ζεσταίνω, la comida caliente en verano me acalora,

το ζεστό φαί το καλοκαίρι με θερμαίνει

un calefactor acalora demasiado la habitación, ένα καλοριφέρ ζεσταίνει πολύ το δωμάτιο

2. ζεσταίνομαι σωματικά, κουράζομαι, subir esta cuesta acalora a cualquiera,

να ανέβεις αυτή την ανηφόρα κουράζει τον καθένα

3. μτφ, θερμαίνω, ανάβω ψυχικά, su intervención acaloró la disputa,

η παρέμβαση του άναψε την διαμάχη

4. ραντ, θερμαίνομαι, se acaloró por el tiempo, ζεστάθηκε λόγω καιρού

Estoy empezando a acalorarme acá adentro, ¿puedes abrir la ventana?

Αρχίζω να ζεσταίνομαι εδώ μέσα, μπορείς να ανοίξεις το παράθυρο;

5. μτφ, θερμαίνομαι ψυχικά, νευριάζω, ανάβω, αναστατώνομαι,

se acalora cuando hablamos de política, ανάβει όταν μιλάμε για πολιτική

La discusión familiar se acaloró cuando salió el tema de la herencia,

Η οικογενειακή συζήτηση άναψε όταν τέθηκε το θέμα της κληρονομιάς

acalorarse en, con, por la discusión, ανάβω στην, με, απο την συζήτηση

acaloramiento 1. α, θερμότητα σώματος, ζέσταμα,

sentía tal acaloramiento que tuve que abrir las ventanas,

ένιωθα τέτοιο ζέσταμα που χρειάστηκα να ανοίξω τα παράθυρα

2. ζέστη κλίματος, καιρού

3. μτφ, θέρμη, πάθος, ξάναμμα, αναστάτωση, discutir con acaloramiento,

συζητώ με θέρμη

acaloradamente 1. επρ, διακαώς

acalorado, da 1. ε, ζεσταμένος, -η, -ο, Vayamos a la sombra. Estoy muy acalorado,

Ας πάμε στη σκιά. Είμαι πολύ ζεσταμένος

2. μτφ, νευριασμένος, -η, -ο, ξαναμμένος, -η, -o,

acalorado por la riña, ξαναμμένος από τον καυγά

Mark está muy acalorado con el tema de las elecciones,

Ο Μαρκ είναι πολύ νευριασμένος με το θέμα των εκλογών

3. μτφ, για συζήτηση, διαφωνία, θερμός, -ή, -ό, παθιασμένος, -η, -ο, έντονος, -η, -ο,

Mis padres tuvieron una discusión acalorada por su diferencia de opiniones,

Οι γονείς μου είχαν μια έντονη συζήτηση λόγω της διαφοράς τους στις απόψεις

4. μτφ, ένθερμος, -η, -o

desacalorarse 1. ραντ, απο-θερμαίνομαι, ξε-ζεσταίνομαι= δροσίζομαι,

se desacaloró permaneciendo quieta ante el ventilador,

δροσίστηκε παραμένοντας ήσυχη προ του ανεμιστήρα

calefactor 1. α, πρχ καλορ-φιακτηρ= καλοριφέρ

calefactor, ra 1. ε, θερμαντικός, -ή, -ó, aparato calefactor, θερμαντική συσκευή

calefacción 1. θ, θέρμανση, un piso con calefacción, ένα διαμέρισμα με θέρμανση

2. τχν, θέρμανση, superficie de calefacción, επιφάνεια θέρμανσης

3. σνθ, calefacción central, κεντρική θέρμανση

calefacción por suelo, ενδο-δαπέδια θέρμανση

calefactable 1. ε, θερμαινόμενος, -η, -o

calentador

1. α, θερμοσίφωνας, θερμαντήρας νερού

2. τχν, θερμοφόρα για κρεβάτι

3. τχν, θερμαντήρας

4. σνθ, calentador de aire, τχν, θερμαντήρας αέρα, προθερμαντήρας αέρα

calentadores 1. α πλ, γκέτες στο ρούχο, σαν θερμο-φόρες

calentador, ra 1. ε, θερμαντικός, -ή, -ó

calentar πρχ καλορι-φέρω

1. ρμ, ρα, ζεσταίνω, θερμαίνω κάτι, calentar la comida, ζεσταίνω το φαγητό

La chimenea eléctrica calentó bien el cuarto, Το ηλεκτρικό τζάκι ζέστανε καλά το δωμάτιο

2. ρμ, οικ, μτφ, δέρνω κάποιον, σαν να θερμαίνω το σώμα του, του τις ανάβω,

¡te voy a calentar! θα σου τις βρέξω!

3. οικ, μτφ, θερμαίνω ψυχικά, εκνευρίζω, no me calientes más con tus tonterías,

μην με εκνευρίζεις με τις ανοησίες σου

4. οικ, μτφ, ανάβω, ερεθίζω σωματικά, ερωτικά, la película erótica le calentó,

η ερωτική ταινία τον άναψε

5. ρμ, ρα, προθερμαίνομαι, ζεσταίνομαι μυϊκά, los jugadores calentaron antes del partido,

οι παίκτες προθερμάνθηκαν πριν το παιχνίδι

6. ραντ, ζεσταίνομαι για το κρύο

7. ανάβω ψυχικά, εκνευρίζομαι, se calentó porque no escuchó sus argumentos,

εκνευρίστηκε διότι δεν άκουσε τα επιχειρήματα του

Cuando un hincha insultó al arquero, los ánimos comenzaron a calentarse,

Όταν ένας οπαδός προσέβαλε τον τερματοφύλακα, τα πνεύματα άρχισαν να ανάβουν

8. ερεθίζομαι ερωτικά, Muchas personas se calientan con los acentos extranjeros,

Πολλοί άνθρωποι ερεθίζονται με τις ξένες προφορές

9. εκφ, no calentarse los cascos, οικ, μτφ, μην θερμαίνεσαι στο κρανίο= μην τα παίρνεις

calentamiento 1. α, υπερθέρμανση, calentamiento del planeta,

υπερθέρμανση του πλανήτη

2. μυϊκό ζέσταμα, προθέρμανση

3. πράξη του calentar

calentón, na 1. ε, οικ, μτφ, θερμός, -ή, -ό, λάγνος, -η, -ο, ξαναμμένος, -η, -ο ερωτικά,

Los masajes me ponen calentona, Τα μασάζ με κάνουν ξαναμμένη

calentón 1. α, ζέσταμα γρήγορο σε κάτι, con un calentón estas croquetas estarán buenas,

με ένα γρήγορο ζέσταμα αυτές οι κροκέτες θα είναι καλές

2. μτφ, ερωτικό ξάναμμα, θέρμη

3. υπερθέρμανση μηχανής, Llevé el coche al taller porque tuvo un calentón,

Πήγα το αυτοκίνητο στο συνεργείο επειδή είχε μια υπερθέρμανση

calentorro, rra 1. ε, α θ, calentón, ona

calentura 1. θ, πυρετός, Debes quedarte en casa si tienes calentura,

Θα πρέπει να μείνεις σπίτι εάν έχεις πυρετό

2. ιατ, φλύκταινα, έρπητα, Compré una crema para la calentura que tengo en el labio,

Αγόρασα μια κρέμα για τον έρπητα που έχω στο χείλος μου

3. μτφ, θέρμη, αναβρασμός ψυχικός

4. μτφ, ερεθισμός, διέγερση ερωτική

5. εκφ, tener calentura, έχω πυρετό

calenturiento, ta 1. ε, πυρετώδης, -ης, -ες, με πυρετό,

El cuerpo calenturiento del paciente estaba cubierto de una capa de sudor,

Το πυρετώδες σώμα του ασθενούς ήταν καλυμμένο με ένα στρώμα ιδρώτα

2. για μυαλό, φαντασία, μτφ, σπινθηροβόλος, -α, -o

3. μτφ, θερμός, -ή, -ό, φλογερός, -ή, -ό ερωτικά,

Mi novia es calenturienta y siempre quiere tener sexo,

Η κοπέλα μου είναι θερμή και θέλει συνέχεια να κάνουμε σεξ

4. εμπύρετος, -η, -ο

calenturón 1. α, υψηλός πυρετός

caliente 1. ε, ζεστός, -ή, -ó, agua caliente, ζεστό νερό,

El café está muy caliente. Todavía no lo puedo beber,

Ο καφές είναι πολύ ζεστός. Δεν μπορώ να τον πιω ακόμα

2. που θερμαίνει, ζεστός, -ή, -ó, esta manta es muy caliente,

αυτή η κουβέρτα είναι πολύ ζεστή

3. για χρώμα, μτφ, ζεστός, -ή, -ó

4. οικ, μτφ, θερμός, -ή, -ó ψυχικά, una charla caliente, μια συζήτηση θερμή

5. οικ, μτφ, θερμός, -ή, -ó σε ένταση, για καταστάσεις, γεγονότα, πράξεις,

un invierno muy caliente para el equipo, ένας χειμώνας πολύ θερμός για την ομάδα

6. μτφ, πρόσφατο, καυτός, -ή, -ó, noticias calientes, καυτές ειδήσεις

7. μτφ, θερμός, -ή, -ό ερωτικά, φλογερός, -ή, -ό, ξαναμμένος, -η, -ο,

Freddy siempre actúa como un adolescente caliente cuando está con Tina,

Ο Φρέντι συμπεριφέρεται πάντα σαν ξαναμμένος έφηβος όταν είναι με την Τίνα

8. εκφ, en caliente, εν θερμώ, no tomes decisiones en caliente,

μην παίρνεις αποφάσεις εν θερμώ

caliente 1. επρ, ζεστά, comer caliente, τρώω ζεστά> ζεστό φαγητό

2. επφ, θερμό! > κοντά, ναι, Για να δείξεις σε κάποιον πως είναι κοντά σε κάτι ή το βρίσκει,

¿es futbolista? – ¡caliente! – είναι ποδοσφαιριστής; – θερμό!

calientabraguetas 1. θ, χυδ, πρχ θερμαίνει-βρακιά= ανάφτρα, ξεμυαλίστρα

calientapiernas 1. α, πρχ θερμαίνει-ποδια= περικνήμιο

calientapiés 1. α, θερμαντήρας ποδιών

calientaplatos 1. α, θερμαίνει-πιάτα= θάλαμος θέρμανσης σκευών

precalentar 1. ρμ, μαγ, προθερμαίνω, Precalentar el horno a 180º durante 10 minutos,

Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 180 βαθμούς για 10 λεπτά

2. προθερμαίνω, Hace tanto frío que conviene precalentar el motor antes de salir,

Κάνει τόσο κρύο που είναι καλή ιδέα να προθερμάνεις τη μηχανή πριν φύγεις

3. αθλ, προθερμαίνομαι

precalentamiento 1. α, αθλ, προθέρμανση

2. τχν, μαγ, προθέρμανση

recalentar πρχ περι-θερμαίνω

1. ρμ, υπερ-θερμαίνω, La falta de anticongelante recalentó el motor de mi auto,

Η έλλειψη αντιψυκτικού υπερθέρμανε τον κινητήρα του αυτοκινήτου μου

2. ξανα-θερμαίνω, ξαναζεσταίνω, Alicia prendió el horno para recalentar la pizza,

Η Αλίσια άναψε τον φούρνο για να ξαναζεστάνει την πίτσα

3. μτφ, ανάβω, διεγείρω, θερμαίνω ερωτικά

4. μτφ, ανα-θερμαίνω ψυχικά, εξάπτω, προκαλώ

5. ραντ, υπερ-θερμαίνομαι, el motor se ha recalentado, ο κινητήρας έχει υπερθερμανθεί

6. μτφ, διεγείρομαι, ερεθίζομαι

7. εξάπτομαι

8. για καρπούς, χαλάω, σαπίζω λογω ζέστης

recalentamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του recalentar, recalentarse

2. αναθέρμανση, ξαναζέσταμα

3. υπερθέρμανση

recalentón 1. α, αναθέρμανση, ξαναζέσταμα

recalentador 1. α, τχν, θερμαντήρας, ανα-θερμαντήρας, υπερ-θερμαντήρας

sobrecalentar 1. ρμ, υπερ-θερμαίνω

sobrecalentamiento 1. α, υπερ-θέρμανση

calafateado 1. α, ναυ, καλαφάτισμα

calafate 1. α, ναυ, πρχ καλαφάτης, επειδή στουπώνει με θερμή πίσσα τις ρωγμές

calafatear 1. ρμ, σε πλοίο, καλαφατίζω

2. στουπώνω, κλείνω χαραμάδες

calafateo 1. α, καλαφάτισμα

cálido, da 1. ε, θερμός, -ή, -ó, ζεστός, -ή, -ó, abrigo cálido, παλτό ζεστό

El clima en Miami es cálido y húmedo, Ο καιρός στο Μαϊάμι είναι ζεστός και υγρός

2. μτφ, για χρώμα, ζεστός, -ή, -ó, Los colores cálidos de las paredes me hacen sentir relajada,

Τα ζεστά χρώματα των τοίχων με κάνουν να νιώθω χαλαρή

3. μτφ, για φωνή, ζεστός, -ή, -ó

4. μτφ, θερμός, -ή, -ó ψυχικά, cálida acogida, θερμή υποδοχή

Démosle una cálida bienvenida al próximo intérprete,

Ας δώσουμε ένα θερμό καλωσόρισμα στον επόμενο καλλιτέχνη

calidez 1. θ, ζέστη, la calidez del verano, η ζέστη του καλοκαιριού

2. θαλπωρή, θέρμη, se sorprendió de la calidez del recibimiento,

εξεπλάγην από την θέρμη της υποδοχής

caldo πρχ καυτό> προϊόν από καλορ= θέρμη ή πρχ καλδο> κοχλάω= υγρό που βράζει

1. α, θερμός ζωμός, ζουμί, Mi abuela me hizo un caldo de pollo,

Η γιαγιά μου μου έφτιαξε ζωμό κοτόπουλου

2. σούπα, Lo mejor para un resfriado es un plato de caldo de pollo,

Το καλύτερο πράγμα για το κρυολόγημα είναι ένα πιάτο με σούπα κοτόπουλου

3. σάλτσα

4. κρασί, los caldos de Jerez, τα κρασιά του Χερέθ

5. σνθ, caldo de verduras, ζωμός λαχανικών

6. εκφ, al que no quiere caldo, la taza llena, σε όποιον δεν θέλει σούπα, το πιάτο γεμάτο=

θα το φας και θα πεις και ένα τραγούδι!

cambiar el caldo a las aceitunas, αλλάζω ζουμί στις ελιές = κατουράω

caldibache 1. α, υτμ, πρχ καυτό-μπάζο= νεροζούμι

caldillo 1. α, ζωμός, σάλτσα

caldoso, sa 1. ε, πρχ καλδάτο= με πολύ caldo, ζουμί, σάλτσα

calducho 1. α, πρχ κόχλ-ατο= νεροζούμι

calda πρχ καύτρα ή καλντέρα= λέβητας, ηχμ καλ-καλ> κόχλασμα

1. θ, θέρμανση, La calda de los hornos es un trabajo pesado en la industria metalúrgica,

Η θέρμανση των κλιβάνων είναι ένα δύσκολο έργο στη μεταλλουργική βιομηχανία

caldas 1. θ πλ, θερμά λουτρά, La abundancia de minerales en las caldas es beneficiosa para la salud, Η αφθονία των μετάλλων στα θερμά λουτρά είναι ευεργετική για την υγεία

caldear πρχ καλντερίζω

1. ρμ, ραντ, θερμαίνω, ζεσταίνω, θερμαίνομαι, ζεσταίνομαι,

El agua caliente de la regadera caldea el baño y empaña el espejo,

Το ζεστό νερό από το ντους ζεσταίνει το μπάνιο και θολώνει τον καθρέφτη,

la habitación se caldeó porque había mucha gente,

το δωμάτιο θερμάνθηκε γιατί είχε πολύ κόσμο

Estoy esperando a que el agua se caldée para meterme en la ducha,

Περιμένω ώστε να ζεσταθεί το νερό για να μπω στο ντους

2. μτφ, ανάβω, ερεθίζω, ερεθίζομαι, εξάπτομαι, εκνευρίζομαι, τα παίρνω στο κεφάλι,

el ambiente se caldeó bastante en la fiesta, η ατμόσφαιρα άναψε αρκετά στην γιορτή

Los empleados se caldearon cuando recibieron la noticia del recorte salarial,

Οι εργαζόμενοι εκνευρίστηκαν όταν έμαθαν για τις μειώσεις μισθών

caldeamiento πρχ καλντέρισμα

1. α, θέρμανση, ζέσταμα

2. μτφ, ψυχικός αναβρασμός, έξαψη

escaldar 1. ρμ, πρχ κοχλάζω ή καλντερίζω= ζεματίζω, καίω, la sopa le escaldó,

η σούπα τον ζεμάτισε

escaldó los tomates para quitarles la piel,

ζεμάτισε τις τομάτες για τους αφαιρέσει την φλούδα

2. για μέταλλο, καυτηριάζω, πυρώνω, escalda la aguja, καυτηρίασε τη βελόνα

3. οικ, μτφ, καίω με προσβολή κάποιον, τσούζω, me ha escaldado su palabra,

με έχει τσούξει ο λόγος του

4. ραντ, καίγομαι, ζεματίζομαι, se escaldó al freír unas patatas,

κάηκε όταν τηγάνισε μερικές πατάτες

5. μτφ, ζεματίζομαι, καίγομαι από εμπειρία, se escaldó de su divorcio,

κάηκε από το διαζύγιο του

6. παθαίνω έγκαυμα, se escaldó con el coche tras el accidente,

έπαθε έγκαυμα με το αμάξι μετά το ατύχημα

escaldadura 1. θ, έγκαυμα, κάψιμο

2. ζεμάτισμα σε κάτι

3. οικ, μτφ, κάψιμο από εμπειρία, κακοπάθημα

escaldado, da 1. ε, μαγ, πρχ καλνταρισμένος= ζεματισμένος, -η, -o

espárragos escaldados, ζεματισμένα σπαράγγια

2. μτφ, οικ, για άτομο, καμένος, -η, -ο από εμπειρία

3. εκφ, quedar escaldado, μένω καυτηριασμένος= το πάθημα μού έγινε μάθημα

Casi me ahogo en el mar una vez. Desde aquello quedé escaldado,

Παραλίγο να πνιγώ στη θάλασσα μια φορά. Από τότε το πάθημα μού έγινε μάθημα

rescoldo πρχ περι-κόχλασμα

1. α, θράκα, χόβολη σε κάρβουνα, los rescoldos de un brasero, η θράκα σε ένα μαγκάλι

2. μτφ, μικρή εστία απο κάτι, αμυδρή φλόγα, un rescoldo de esperanza,

ένα αμυδρό φως ελπίδας

escalfar 1. ρμ, κοχλάζω σε νερό, ποσάρω αυγά

escalfeta 1. θ, κοχλα-τήρι χεριού= πύραυνο

escalfador πρχ κοχλα-δόρος, που κοχλάζει, βράζει

1. α, βραστήρας

2. είδος καμινέτου

3. τηγάνι για αυγά ποσέ

escalfado, da πρχ κοχλασμένο ή καλντεράτο

1. ε, αυγό ποσέ

2. μτφ, τοίχος που έχει φουσκάλες

escalofrío 1. α, πρχ καλορ-κρύο> θερμό και κρύο= ανατριχίλα, ρίγος, ανατρίχιασμα,

Esta película de miedo me está dando escalofríos,

Αυτή η ταινία τρόμου προκαλεί ανατριχίλες

escalofriante 1. ε, ανατριχιαστικός, -ή, -ό, Estoy leyendo una escalofriante historia de terror,

Διαβάζω μια ανατριχιαστική ιστορία τρόμου

chalán, ana 1. α θ, μτφ, πρχ τσαλαν> τσακάλι σε εμπόριο, ειδικά σε άλογα, ικανός , -ή, -ό

chalanear 1. ρα, οικ, πρχ τσακαλίζω σε παζάρι, διαπραγματεύομαι σαν τσακάλι

chalaneo 1. α, διαπραγματεύσεις σαν τσακάλι, παζάρεμα στο εμπόριο

chalanería 1. θ, μτφ πρχ τσακαλαριό> καπατσοσύνη, επιτηδειότητα στο εμπόριο

chófer 1. α θ, πρχ σοφέρ, -ινα

2. οδηγός λεωφορείου

3. επάγγελμα σοφέρ

choferesa 1. θ, οικ, σοφερίνα

Scroll to Top