CALVO

CALVO= ΠΡΧ ΚΑΛΒΟ> ΚΑ-ΡΑ-ΦΛΟ, ΦΑΛΑΚΡΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

calvo, va 1. α θ, φαλακρός, -ή, καραφλός, -ή, mi hermano es calvo,

ο αδερφός μου είναι καραφλός

calvo 1. α, hacer un calvo, μτφ, κατεβάζω τα παντελόνια μου και επιδεικνύω τα οπίσθιά μου

calvo, va 1. ε, φαλακρός, -ή, -ó, καραφλός, -ή, -ο,

de joven tenía mucho pelo, pero ahora es completamente calvo,

σαν νέος είχε πολλά μαλλιά, αλλά τώρα είναι εντελώς φαλακρός

2. μτφ, για έδαφος, απογυμνωμένος, -η, -o, φαλακρός, -ή, -ó,

A lo lejos se ven los picos calvos de las montañas,

Στο βάθος φαίνονται οι φαλακρές κορυφές των βουνών

3. μτφ, για ύφασμα, ξεφτισμένος, -η, -o, φθαρμένος, -η, -o

4. εκφ, quedarse calvo, μένω καραφλός, καραφλιάζω

ή μτφ, καραφλιάζω από πολλή σκέψη

calva 1. θ, φαλάκρα, καράφλα, Roberto se puso un sombrero para ocultar su calva,

Ο Ρομπέρτο ​​φόρεσε ένα καπέλο για να κρύψει την φαλάκρα του

2. μτφ, σε ύφασμα, δέρμα, ξεφτισμένο, τριμμένο, φθαρμένο κομμάτι

3. μτφ, σε δέρμα, τριμμένο κομμάτι

4. μτφ, ξέφωτο σε δάσος, σημείο χωρίς βλάστηση, δέντρα,

Los campistas armaron la tienda de campaña en una calva en el medio del bosque,

Οι κατασκηνωτές έστησαν τη σκηνή τους σε ένα ξέφωτο στη μέση του δάσους

5. μτφ, αραιο-σπαρμένη περιοχή

6. μτφ, έδαφος χωρίς βλάστηση

calvorota 1. ε, οικ, φαλακρός, -ή, -ό

2. θ, μέρος καραφλό κεφαλής

3. α, μτφ, μπάλα του μπιλιάρδου

encalvecer 1. ρα, πρχ εν-καραφλιάζω, φαλακρώνω

calvario πρχ καρα-φλ-αριο

1. α, θρη, μτφ, σύνολο από κρανία= Γολγοθάς, κρανίου τόπος

2. μτφ, Γολγοθάς, δυσβάσταχτο μαρτύριο, βασανιστήριο σαν κατάσταση, δοκιμασία,

Fue un calvario crecer en una casa con un padre abusivo y alcohólico,

Ήταν ένα μαρτύριο να μεγαλώνω σε ένα σπίτι με έναν κακοποιητικό και αλκοολικό πατέρα

3. εκφ, pasar un calvario, περνώ ένα Γολγοθά

calverizo, za 1. ε, μτφ, για δάσος, καραφλ-ιτο> διάσπαρτος, -η, -o από ξέφωτα

2. για έδαφος, αραιο-σπαρμένος, -η, -o

calvero 1. α, ξέφωτο δάσους

2. αραιο-σπαρμένη περιοχή

calvicie 1. θ, αλωπεκία, φαλάκρα

Calvino 1. ονο, Καλβίνος

calvinismo 1. α, καλβινισμός

calvinista 1. ε, α θ, καλβινιστικός, -ή, -ό, καλβινιστής, -ια

descalabrar πρχ ξε-καραφλιάζω κάποιον> χτυπώ στο κρανίο, κεφάλι

1. ρμ, πληγώνω, τραυματίζω στο κεφάλι, σπάω το κεφάλι,

Como se te caiga ese jarrón encima de alguien lo descalabras,

Αν σου πέσει αυτό το βάζο πάνω σε κάποιον, θα του σπάσεις το κεφάλι

2. μτφ, βλάπτω, προκαλώ ζημιά, la acusación le descalabró por completo,

η κατηγορία τον έβλαψε εντελώς

3. ραντ, πληγώνομαι, τραυματίζομαι στο κεφάλι, σπάω το κεφάλι μου,

se descalabró al bajar las escaleras, τραυματίστηκε στο κεφάλι όταν κατέβηκε τις σκάλες

4. μτφ, ζημιώνομαι, υφίσταμαι βλάβη, todos sus planes se descalabraron por su ambición,

όλα τα πλάνα του ζημιώθηκαν από την φιλοδοξία του

descalabro 1. α, ζημιά, καταστροφή, La aventura amorosa de Gabriel fue un descalabro para su matrimonio, Ο ερωτική περιπέτεια του Γκάμπριελ ήταν μια καταστροφή για τον γάμο του

2. αναποδιά, la selección sufrió un descalabro con la lesión de su mejor jugador,

η εθνική υπέστη μια αναποδιά με τον τραυματισμό του καλύτερου παίκτη της

3. πανωλεθρία, el descalabro económico de los últimos años,

η οικονομική καταστροφή των τελευταίων ετών

4. εκφ, sufrir un descalabro, μου παρουσιάζεται αναποδιά, παθαίνω πανωλεθρία

descalabradura 1. θ, πληγή, τραύμα στο κεφάλι

2. ουλή

descalabrado, da 1. ε, τραυματισμένος, -η, -ο στο κεφάλι,

está descalabrado, είναι τραυματισμένος στο κεφάλι

2. εκφ, salir descalabrado, βγαίνω χαμένος από κουβέντα

ή βγαίνω ζημιωμένος από δουλειά

cadáver πρχ καραφλο> καδαβερ> κρανίο> πτώμα

1. α, πτώμα, νεκρό σώμα, la policía encontró un cadáver,

η αστυνομία εντόπισε ένα πτώμα

practicaron la autopsia al cadáver, έκαναν τη νεκροψία του πτώματος

2. εκφ, antes pasarán por encima de mi cadáver,

πρώτα θα περάσουν πάνω από το πτώμα μου

ingresar cadáver, εισάγω πτώμα> φθάνω στο νοσοκομείο ήδη νεκρός

levantar el cadáver, προβαίνω στην περισυλλογή του πτώματος

rígido como un cadáver, ριγάτος σαν πτώμα= πετρωμένος, μαρμαρωμένος

cadavérico, ca 1. ε, πτωματικός, -ή, -ικό, rigidez cadavérica, πτωματική ακαμψία

2. μτφ, σαν πτώματος, πτωματικός, -ή, -ικό, κατάκοπος, -η, -ο, tez cadavérica,

δέρμα πτωματικό, με χρώμα πτώματος

calavera 1. θ, πρχ καραφλιερα = νεκροκεφαλή

2. ζωλ, αχερώντια η άτροπος, νεκροκεφαλή

3. α, μτφ, γλεντζές, γυναίκας, που γυρνά σαν νεκροκεφαλή τις νύχτες

calaverada 1. θ, μτφ, κραιπάλη, γλέντι, μεθύσι

Scroll to Top