CAL= ΠΡΧ ΚΑΛΙΟ> ΑΣΒΕΣΤΙΟ, ΑΣΒΕΣΤΗΣ, ΠΡΧ ΚΑΛ> ΧΑΛ-ΙΚΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
calcio 1. α, πρχ καλσιο= ασβέστιο
cal 1. θ, πρχ, καλσιο= ασβέστης
2. πρχ cal apagada, muerta, κατ, ασβέστης σβησμένος
cal viva, ασβέστης μη σβησμένος, άνυδρος ασβέστης
3. εκφ, a cal y canto, με ασβέστη και πέτρα= περι-κλειστό, κλειδαμπαρωμένο, από παντού,
las autoridades cerraron el acceso a cal y canto,
οι αρχές έκλεισαν την πρόσβαση από παντού
De cal y canto, από ασβέστη και πέτρα= σκληρός σαν ατσάλι, φτιαγμένος από ατσάλι
una de cal y otra de arena, μτφ, μια ζέστη μια κρύο,
en su relación siempre había una de cal y otra de arena,
στην σχέση τους πάντα υπήρχε μια ζέστη και μια κρύο
calcáreo, a 1. ε, ασβεστούχος, -ο, -ο
cálcico, ca 1. ε, ασβεστούχος, -ος, -ο
calcicosis 1. θ, ιατ, πνευμονοκονίαση από ασβεστόσκονη
calar 1. ε, ασβεστούχος, -ος, -ο
2. α, μέρος με ασβεστόλιθο
calcificar 1. ρμ, πρχ καλσιο-ποιώ= ασβεστοποιώ, Si quieres calcificar los huesos, bebe leche, Αν θέλεις να ασβεστοποιήσεις τα οστά σου, πίνε γάλα
calcificación 1. θ, ασβεστοποίηση
2. ραντ, ασβεστοποιούμαι
calcina 1. θ, πρχ χαλ-ικωμα> μίγμα από ασβέστη και χαλίκι, νερό, άμμο = μπετόν
calcinar 1. ρμ, ασβεστοποιώ
2. απανθρακώνω
3. ρίχνω σε ασβέστη
calcinación 1. θ, ασβεστοποίηση
2. απανθράκωση
3. ρίξιμο σε ασβέστη
calcinamiento 1. θ, ασβέστωση
2. απανθράκωση
3. ρίξιμο σε ασβέστη
calcinosis 1. θ, ιατ, ασβέστωση
calciotermia 1. θ, χημ, καλσιο-θερμία= τεχνική για μέταλλα με τη χρήση ασβεστίου και υψηλής θερμοκρασίας
calcita 1. θ, ορυ, ασβεστίτης
calciterapia 1. θ, θεραπεία με λήψη ασβεστίου
calcitonina 1. θ, καλσιτονίνη
calculoso, sa 1. ε, ιατ, λιθιακός, -ή, -ó
calera πρχ καλσι-ερα
1. θ, λατομείο ασβεστόλιθου
2. ασβεστοκάμινος
calero, ra 1. ε, ασβεστώδης, -ης, -ες
calero 1. α, εργάτης ασβεστοκάμινου
caliche 1. α, ξέφτισμα, ξεφλούδισμα σε τοίχο, επειδή έφυγε ο ασβέστης, χρώμα
2. μτφ, στα φρούτα, σημάδι
caliza 1. θ, ασβεστόλιθος
2. σνθ, caliza hidráulica, ορυ, υδραυλική άσβεστος
caliza litográfica, ορυ, λιθογραφικός ασβεστόλιθος
calizo, za 1. ε, ασβεστολιθικός, -ή, -ó
castina 1. α, ορυ, τηκτική ασβεστούχος ουσία
decalcificar πρχ ξε-καλιο-φιαχνω> αφαιρώ το κάλσιο> ασβέστιο
1. ρμ, μαλακώνω το νερό
2. ιατ, απασβεστοποιώ
decalcificación ξε-καλσιο-ποίηση,
1. θ, για νερό, μαλάκωμα
2. ιατ, απασβέστωση
descalcificación 1. θ, για οστά, απασβέστωση
2. αποσκλήρυνση για νερό
descalcificador, ra 1. ε, αποσκληρυντικός, -ή, -ó για νερό
descalcificador 1. α, αποσκληρυντής νερού
descalcificadora 1. θ, μηχανή ή εγκατάσταση αποσκλήρυνσης νερού
descalcificar 1. ρμ, απασβεστώνω τα οστά
2. μαλακώνω, αποσκληρύνω το νερό
3. ραντ, απασβεστώνομαι στα οστά, έχω έλλειψη ασβεστίου
4. αποσκληρύνομαι για νερό, έδαφος
encalar 1. ρμ, πρχ εν-καλσιώνω> επ-ασβεστώνω= βάζω ασβέστη πάνω σε κάτι, τοίχο
encalado 1. α, ασβέστωμα
encalador, ra 1. ε, που ασβεστώνει, επασβεστικός, -ή, -ό
encaladora 1. θ, τχν, μηχανή ψεκασμού ασβέστη
encaladura 1. θ, ασβέστωμα
tricálcico, ca 1. ε, χημ, τρι-ασβεστικός, -ή, -ó
cálculo πρχ καλ-κουλο> χαλίκι= χαλίκια για μέτρημα στον άβακα
1. α, υπολογισμός, hay un error en el cálculo, υπάρχει ένα λάθος στον υπολογισμό
2. αριθμητική, El príncipe viajó a la India para aprender cálculo y álgebra,
Ο πρίγκιπας ταξίδεψε στην Ινδία για να μάθει αριθμητική και άλγεβρα
3. μτφ, υπολογισμός για ένα θέμα, εκτίμηση, según mis cálculos, llega a las sieta
σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, φτάνει στις εφτά,
ya está haciendo cálculos para la fiesta, ήδη κάθεται και κάνει υπολογισμούς για την γιορτή
4. ιατ, χαλίκι, λίθος, πέτρα, Según el diagnóstico, el paciente sufre de cálculos renales,
Σύμφωνα με τη διάγνωση, ο ασθενής πάσχει από πέτρες στα νεφρά
5. σνθ, cálculo biliar, ιατ, πέτρα χολής
cálculo renal, ιατ , χαλίκι> πέτρα στα νεφρά
cálculo de probabilidades, μαθ, λογισμός πιθανοτήτων
cálculo mental, υπολογισμός με το μυαλό
6. εκφ, entrar en los cálculos de alguien, μπαίνω στα σχέδια κάποιου
fuera de los cálculos, εκτός των υπολογισμών, εκτός εκτίμησης, δεν το υπολόγισα
calcular πρχ χαλικώνω= μετράω χαλίκια στον άβακα
1. ρμ, κυρ, υπολογίζω, μετράω, El profesor nos pidió calcular el área de la habitación,
Ο καθηγητής μας ζήτησε να υπολογίσουμε το εμβαδόν του δωματίου
2. μτφ, υπολογίζω, ζυγίζω υπέρ και κατά για κάτι, σκέφτομαι για ένα θέμα,
no lo has calculado bien, δεν το έχεις ζυγίσει καλά
3. μτφ, υποθέτω, εκτιμώ, εικάζω, calculo que el precio del piso es de siete millones,
υπολογίζω πως η τιμή του διαμερίσματος είναι στα 7 εκατομμύρια,
le calculo 60 años, τον κάνω για 60 χρόνων
4. μτφ, φαντάζομαι, no lo puedo calcular, δεν μπορώ να το φανταστώ
5. ραντ, calcularse en, ραντ, υπολογίζεται σε, su fortuna se calcula en unos 20 millones,
η περιουσία του υπολογίζεται περίπου στα 20 εκατομμύρια
6. εκφ, calculando por lo alto, υπολογίζοντας το πολύ, το πολύ να κοστίσει
calcular por lo alto, υπολογίζω το περισσότερο, το πολύ
calcular por lo bajo, υπολογίζω το χαμηλότερο, ελάχιστο, λιγότερο
calculación 1. θ, υπολογισμός, εκτίμηση, El resultado de la calculación fue incorrecto,
Το αποτέλεσμα του υπολογισμού ήταν λανθασμένο
calculador, ra 1. ε, μτφ, για άτομο, υπολογιστικός, -ή, -ο, ιδιοτελής, -ής, -ές
Su actitud siempre ha sido muy calculadora y egoísta,
Η στάση του ήταν πάντα πολύ υπολογιστική και εγωιστική
2. κυρ, υπολογιστικός, -ή, -ό
calculadora 1. θ, κομπιουτεράκι
2. σνθ, calculadora de bolsillo, κομπιουτεράκι τσέπης
calculadora electrónica, ηλεκτρονικό κομπιουτεράκι
calculadora solar, ηλιακό κομπιουτεράκι
calculable 1. ε, υπολογίσιμος, -η, -o, no es fácilmente calculable por falta de datos,
δεν είναι εύκολα υπολογίσιμο λόγω της έλλειψης δεδομένων
incalculable 1. ε, κυρ, μτφ, ανυπολόγιστος, -η, -o,
La pérdida de vidas humanas en la guerra es incalculable,
Η απώλεια ανθρώπινων ζωών στον πόλεμο είναι ανυπολόγιστη
2. για αξία, ανυπολόγιστος, -η, -o, El valor de esta obra de arte es incalculable,
Η αξία αυτού του έργου τέχνης είναι ανυπολόγιστη
3. για εκτίμηση σε κάτι υλικό ή άυλο, ανεκτίμητος, -η, -ο, πολύτιμος, -η, -o,
Su ayuda es incalculable, Η βοήθεια του είναι ανεκτίμητη
calculatorio, ria 1. ε, υπολογιστικός, -ή, -ό, εκτιμητικός, -ή, -ό,
El modelo calculatorio de los motores de búsqueda,
Το υπολογιστικό μοντέλο των μηχανών αναζήτησης