BOX= ΠΡΧ ΜΠΟΞ, ΠΡΧ ΒΟΞ> ΚΥ-ΒΟΣ> ΚΙ-ΒΩΤΙΟ= ΚΟΥΤΙ, ΠΡΧ ΠΥΞ-ΙΔΑ> ΚΟΥΤΙ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
box
1. α, χώρος προσωρινής στάθμευσης αγωνιστικών οχημάτων για ανεφοδιασμό, πιτ
2. παχνί στάβλου για άλογο, box de caballo
3. εκφ, entrar en boxes, κάνω στάση για ανεφοδιασμό
box-calf 1. α, δέρμα μποξ
bóxer 1. α, σκύλος μπόξερ, los bóxers son perros guardianes,
τα μπόξερ είναι σκυλιά φύλακες
2. εσώρουχο μποξεράκι, me gusta más el bóxer que el slip,
μου αρέσει πιο πολύ το μποξεράκι απ’ ότι το σλιπ
3. α θ, ιστ, Μπόξερ
boxeo 1. α, μποξ, πυγμαχία
boxear 1. ρα, παίζω μποξ, πυγμαχώ
boxeador, ra 1. α θ, μποξέρ, πυγμάχος, el boxeador cayó a la lona,
o πυγμάχος έπεσε στο καναβάτσο
boxístico, ca 1. ε, σχετικός, -η, -ό με το μποξ, πυγμαχικός, -η, -ό