BOTΟ

BOTΟ= ΠΡΧ ΜΠΟΤΑ, ΜΠΟΤΙΝΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

boto 1. α, ψηλή μπότα

boto, ta 1. ε, σαν μπότα> χωρίς μύτη= αμβλύς, -εία, -ύ, unas tijeras botas,

ψαλίδι με στρογγυλεμένες άκρες

2. για άτομο, μτφ, με μυαλό μπότας ή που μπατάρει στο νου= αργό-στροφος, -η, -ο,

βραδύ-νους, -ους, -ουν, ¡eres un poco boto! είσαι λίγο αργόστροφος!

botaratada 1. θ, μτφ, ανοησία, τρέλα

botarate 1. α, οικ, μτφ, που μπατάρει> ανόητος, -η, ανισόρροπος, -πη

botín 1. α, μποτίνι, μποτάκι, me he comprado unos botines de cuero,

αγόρασα δερμάτινα μποτάκια

2. μτφ, περικνήμιο, γκέτα

3. μτφ, λάφυρο, πλιάτσικο, επειδή έφεραν σε μπότα τα λάφυρα ή πρχ ό, τι βουτάω,

los piratas se repartieron el botín, οι πειρατές μοιραστήκαν τα λάφυρα

4. μτφ, κλοπιμαία, los ladrones se llevaron un botín de 50.000 euros,

οι ληστές έκλεψαν 50.000 ευρώ

abotinado, da 1. ε, μποτάτος, -η, -ο, με σχήμα μπότας

embotar 1. ρμ, ραντ, δίνω σχήμα μπότας σε κάτι= αμβλύνω κοπτερό αντικείμενο,

esta espada se ha embotado, αυτό το σπαθί έχει αμβλυνθεί

2. μτφ, μπότα σαν δοχείο= βάζω σε βάζο, δοχείο, κουτί τρόφιμο, καπνό

hay que embotar el café, πρέπει να βάλουμε σε δοχείο τον καφέ

3. μτφ, πρχ μπουχτίζω στο νου, κουρκουτιάζω, ζαλίζομαι, εξαντλούμαι νοητικά, θολώνω,

con tanto jaleo se embotó, με τόσο χαλασμό ζαλίστηκε

el hambre embota la razón, η πείνα θολώνει την λογική

4. πρχ μπουχτίζω από φαί, σκάω, comió tanto que se embotó,

Έφαγε τόσο πολύ που έσκασε

embotamiento 1. α, μπούχτισμα μυαλού, εξασθένιση, εξάντληση, θόλωμα

2. άμβλυνση αντικειμένου

3. εκφ, tener embotamiento, έχει περιέλθει σε αδράνεια η σκέψη μου

embotadura 1. θ, άμβλυνση αντικειμένου

embotado, da 1. ε, μπουχτισμένος, -η, -ο σωματικά, νοητικά, εξαντλημένος, -η, -ο,

tenía la mente embotada de tanto estudiar, είχε το μυαλό μπουχτισμένο από τόσο μελέτη

desembotar 1. ρμ, αντι-μποτίζω κάτι= κάνω μυτερό, ακονίζω, οξύνω

2. μτφ, ξε-μπουχτίζω το μυαλό, ξεζαλίζομαι, tras el pesado sueño no se podía desembotar,

μετά τον βαρύ ύπνο δεν μπορούσε κανείς να ξεζαλιστεί

butaca πρχ σαν μποτάκι το σχήμα= πολυθρόνα

1. θ, πολυθρόνα, Mi papá parece estar pegado a su butaca los domingos,

Ο μπαμπάς μου φαίνεται να είναι κολλημένος στην καρέκλα του τις Κυριακές

2. θέση σε σινεμά, θέατρο, Las butacas de este cine son muy cómodas,

Τα καθίσματα σε αυτόν τον κινηματογράφο είναι πολύ άνετα

3. μτφ, εισιτήριο σε σινεμά, θέατρο, no hay más butacas, δεν έχει άλλα εισιτήρια

4. σνθ, butaca de entresuelo, θέση στον ενδο-σολέα= εξώστη

butaca de patio, θέση στην πλατεία του θεάτρου

butacón 1. α, μεγάλη πολυθρόνα

Scroll to Top