BARTOLA= ΠΡΧ ΠΑΡΤΑΛΙΑ> ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΑΠΟ ΚΑΤΙ, ΜΤΘ ΜΠΑΡ-ΤΟ-ΛΑ> ΤΕ-ΜΠΕ-ΛΑ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Bartolomé 1. ονο, Βαρθολομαίος
2. εκφ, la noche de San Bartolomé, η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου
bartola, a la bartola 1. εκφ επρ, σαν παρτάλι ή μτθ, τε-μπε-λα= σα παρτάλι, χαλαρά, απερίσκεπτα, estaba tumbada a la bartola mientras nos matábamos a trabajar,
καθόταν τούμπα τεμπέλικα, σα παρτάλι ενώ σκοτωνόμασταν στην δουλειά
2. εκφ, echarse, tenderse, tumbarse a la bartola, τεντώνομαι, τουμπάρομαι σα παρτάλι, τεμπελιάζω, αράζω, me gusta tumbarme a la bartola sin hacer nada de nada,
μου αρέσει να αράζω χωρίς να κάνω απολύτως τίποτα
hacer algo a la bartola, κάνω κάτι σαν παρτάλι= τσάτρα-πάτρα, στο πόδι, πρόχειρα
bártulos 1. α πλ, πρχ παρταλια> κομμάτια από κάτι= συμπράγκαλα, υπάρχοντα,
recoge tus bártulos y vete de aquí, μάζεψε τα συμπράγκαλά σου και φύγε από δω
2. σύνεργα σε δουλειά, los bártulos de pesca, τα σύνεργα ψαρέματος
3. εκφ, liar los bártulos, οικ, μαζεύω τα παρτάλια μου= μαζεύω τα μπογαλάκια μου
bartolillo 1. α, μαγ, μτφ, είδος μικρής πίτας με γέμιση κρέατος ή κρέμας