ASIRIA

ASIRIA= ΠΡΧ ΑΣΣΥΡΙΑ, ΣΥΡΙΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

Asiría 1. ονο, Ασσυρία

asirio, ría 1. ε, ασσυριακός, -ή, -ó

2. α θ, Ασσύριος, Ασσυρία

asirio 1. α, ιδίωμα Ασσυριακά

asiriología 1. θ, ασσυριολογία

asiriólogo, ga 1. α θ, ασσυριολόγος

Siria 1. ονο, Συρία

siriaco, ca 1. ε, συριακός, -ή, -ó

2. α θ, Σύριος, Σύρια

siriaco 1. α, ιδίωμα Συριακά

sirio, ria 1. ε, Σύριος, -α, -o

2. α θ, Σύριος, Σύρια

Sirio 1. ονο, Σείριος

sorgo 1. α, βοτ, σόργο, κουσκούσι

Scroll to Top