ASILO= ΠΡΧ ΑΣΥΛΟ, ΔΙΝΩ ΑΣΥΛΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
asilo 1. α, άσυλο, ίδρυμα για ηλικιωμένους, φτωχούς, ανήμπορους,
asilo de ancianos, γηρο-κομείο
2. άσυλο για πολιτικούς πρόσφυγες, derecho de asilo, δικαίωμα ασύλου,
asilo político, πολιτικό άσυλο
3. μτφ, καταφύγιο, προστασία για κάποιον, la familia es un asilo,
η οικογένεια είναι ένα καταφύγιο
4. άσυλο για κακοποιούς, φυγάδες
5. εντ, πρχ ασιλο> οίστρος, αλογόμυγα
6. σνθ, asilo de la paz, ησυχαστήριο
7. εκφ, dar asilo, δίνω καταφύγιο
solicitar asilo político, ζητώ πολιτικό άσυλο
asilar 1. ρμ, παρέχω άσυλο, προσφέρω άσυλο, Alemania asiló a muchos españoles
η Γερμανία έδωσε άσυλο σε πολλούς Ισπανούς
2. εγκλείω σε ίδρυμα, άσυλο ηλικιωμένο, ανήμπορο
La anciana había perdido la razón, y su familia decidió asilarla,
Η ηλικιωμένη είχε χάσει τα λογικά της και η οικογένειά της αποφάσισε να την εγκλείσει
3. ραντ, βρίσκω άσυλο, no le permitieron asilarse en ninguna embajada,
δεν του επέτρεψαν να βρει άσυλο σε καμιά πρεσβεία
asilado, da 1. α θ, άτομο με άσυλο= πρόσφυγας, los asilados están en la embajada,
οι πρόσφυγες είναι στην πρεσβεία
2. που ζει σε άσυλο, ίδρυμα, τρόφιμος σε φιλανθρωπικό ίδρυμα
3. σνθ, asilado político, πολιτικός πρόσφυγας