ARCO= ΠΡΧ Β-ΑΡΚΟ> ΚΟΙΛΟ ΣΧΗΜΑ ΒΑΡΚΑΣ= ΤΟΞΟ, ΠΡΧ ΛΑΡΝΑΚΑ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
arco πρχ β-αρκο> σαν σχήμα βάρκας, κοίλο, κούρμπα, τόξο
1. α, τόξο, Cazaron el animal con arco y flecha, Κυνήγησαν το ζώο με τόξο και βέλος
2. δοξάρι βιολιού
3. στεφάνι βαρελιού, arco de tonel
4. ανα, τόξο, καμάρα
5. γμτ, ηκλ, τόξο
6. ατκ, τόξο, αψίδα, καμάρα για κτίριο, μνημείο, γέφυρα τόξο,
La entrada a la casa tiene forma de arco, Η είσοδος του σπιτιού έχει σχήμα τόξου
7. σνθ, arco abocinado, χοανοειδής αψίδα
arco adintelado, επίπεδη καμάρα
arco apuntado, οξύκορφη αψίδα
arco ciego, τυφλή αψίδα
arco conopial, αγκυλωτή αψίδα
arco de herradura, πεταλοειδής αψίδα
arco de todo punto, αιχμηρή αψίδα
arco de triunfo, αψίδα του θριάμβου
arco eléctrico, ηλεκτρικό τόξο, τόξο εκκένωσης, βολταϊκό τόξο
arco elíptico, ελλειπτικό τόξο
arco parlamentario, ημικύκλιο της Βουλής
arco reflejo, αντανακλαστικό τόξο
arco toral, μετωπικό τόξο
8. εκφ, εκφ, desarmar el arco, ξ-αρματώνω το τόξο
arca πρχ β-άρκα= κιβώτιο μεγάλο, σαν βάρκα
1. θ, κιβώτιο, κασέλα, σεντούκι, Los exploradores hallaron un arca llena de monedas de oro,
Οι εξερευνητές βρήκαν μια κιβωτό γεμάτη χρυσά νομίσματα
2. χρηματοκιβώτιο, guardo las joyas en un arca,
φυλάω τα κοσμήματα σε ένα χρηματοκιβώτιο
3. τχν, τόξο
4. σνθ, arca de agua, δεξαμενή νερού
arca del cuerpo, κορμός του ανθρώπινου σώματος
arca del pecho, θωρακική κοιλότητα
arca de novia, κασέλα γάμου
arca sepulcral, λάρνακα, σαρκοφάγος
5. σνθ, el arca de la Alianza, del Testamento η κιβωτός των Δέκα Εντολών
el arca de Noé, η κιβωτός του Νώε
6. εκφ, ser un arca cerrada, είμαι κιβωτός κλειστή= είμαι τάφος, εχέμυθος
arcas 1. θ πλ, ταμεία, las arcas comunitarias, τα κοινοτικά ταμεία
2. ανα, πλευρά, σαν κοίλο μέρος β-άρκας
3. σνθ, arcas públicas, ταμεία του Δημοσίου
arcada 1. θ για κτίριο, τοξωτή στοά, καμάρα
2. τόξο γέφυρας, arcada de puente
3. αναγούλα στομαχιού, arcada de estómago, σαν βαρκάδα> να γυρίζει η βάρκα
me vino una arcada, μου ήρθε αναγούλα
enarcar πεχ εν-βαρκίζω κάτι= δίνω σχήμα κοίλο
1. ρμ, για φρύδια, σηκώνω, σαν τόξο, "Hum," dijo el detective, enarcando una ceja.
"Me pregunto de quién serán estos aretes",
«Χμμ», είπε ο ντετέκτιβ, σηκώνοντας ένα φρύδι του. «Αναρωτιέμαι ποιανού θα είναι αυτά τα σκουλαρίκια.»
2. για σώμα, ράχη, κάμπτω τοξο-ειδώς, λυγίζω σαν τόξο, κυρτώνω,
El yogui enarcó la espalda y exhaló, ο γιόγκι έκαμψε την πλάτη του και εξέπνευσε
3. για βαρέλι, περιβάλλω με στεφάνη
archivolta 1. θ, ατκ, πρχ β-αρκο-βόλτα= σύνολο σχεδίων που διακοσμεί μία καμάρα
arquear πρχ β-αρκίζω= δίνω κοίλο σχήμα σαν της βάρκας
1. ρμ, για πλάτη, ράχη, κυρτώνω, arqueó el tronco, κύρτωσε τον κορμό
el gato arqueó el lomo, η γάτα κύρτωσε τη ράχη
2. για σώμα, χέρια, πόδια, κυρτώνω
3. για φρύδια, σηκώνω
4. για φύλλο, ξύλο, κάμπτομαι
5. για μαλλί, λανάρω, ξαίνω
6. ναυ, καταμετρώ το βύθισμα βάρκας> κοιλότητας
7. ρα, έχω αναγούλες
8. ραντ, πρχ β-αρκίζομαι= σχηματίζω τόξο, θόλο
9. κυρτώνομαι
arqueo 1. πράξη και αποτέλεσμα του arquear
2. σνθ, arqueo bruto, ναυ, ολική χωρητικότητα
arqueo neto, ναυ, καθαρή χωρητικότητα
3. εκφ, hacer el arqueo, κάνω λογαριασμούς > ό, τι έχει το κουτί= κάνω ταμείο
arqueada 1. θ, μσκ, δοξαριά
arqueado, da με σχήμα β-άρκας= κοίλος
1. ε, κυρτωμένος, -η, -o, στραβός, -ή, -ο, piernas arqueadas, κυρτωμένα πόδια
2. ατκ, θολωτός, -ή, -ό, κυρτός, -ή, -ό
arqueador 1. α, καταμετρητής χωρητικότητας σε πλοία, arqueador de embarcaciones
2. λαναριστής
arqueaje 1. α, πράξη καταμέτρησης χωρητικότητας σκάφους
2. χωρητικότητα ενός σκάφους
arqueamiento 1. α, καταμέτρηση χωρητικότητας
2. χωρητικότητα σκάφους
arquería 1. θ, σειρά αψίδων
arquero, ra 1. α θ, τοξο-βόλος
2. εμπ, ταμίας
arquero 1. α, στρατιώτης τοξότης
arzón πρχ αρζον> αρπαζον ή β-αρκαζων
1. α, άγκιστρο σέλας αναβάτη, μπροστάρι, λόγω κοίλου σχήματος
2. αθλ, λαβή ίππου σε ενόργανη γυμναστική
desarzonar 1. ρμ, ρίχνω κάτω καβαλάρη, σαν να αφήνει το άγκιστρο
arbotante 1. α, πρχ αρμποταντε> κ-ουρμπατο= μετέωρη τοξωτή αντηρίδα
2. ναυ, σκαρμός