ARDER= ΠΡΧ ΚΑΒ-ΟΥΡΔ-ΙΖΩ= ΚΑΙΩ, ΠΡΧ Ξ-ΗΡΩΔΕΣ, ΠΡΧ ΑΡΟΥΡΑ = ΓΗ, ΕΔΑΦΟΣ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
azalea 1. θ, αζαλέα
ara πρχ ἄρουρα = καλλιεργήσιμη γή, αρουραιος= γή, έδαφος, πρχ αρα> τρα(πεζα) ή π-έτρα
1. θ, πέτρα βωμού, colocaron el cordero sobre el ara, τοποθέτησαν το αρνί στο βωμό
2. Αγία Τράπεζα, βωμός, El sacerdote colocó el cáliz sobre el ara,
Ο ιερέας έβαλε το δισκοπότηρο στο βωμό
3. εκφ, en aras de, στην άρουρα> βάση> στο όνομα,
en aras de nuestra amistad, dime la verdad,
στο όνομα της φιλίας μας, πες μου την αλήθεια
4. α, ορν, παπαγάλος
5. αστρ, Βωμός
era πρχ αρα= κομμάτι γής
1. θ, αλώνι για σιτάρι
2. ορυ, μέρος κοντά στα ορυχεία, όπου καθαρίζονται τα μέταλλα
eriazo 1. α, πρχ εριασο> χ-έρσο= χέρσα γη, ακαλλιέργητη
erial 1. ε, χέρσος, -α, -o, ακαλλιέργητος, -η, -ο
2. α, χέρσα γη, ακαλλιέργητη
arel 1. α, πρχ αρελ> καθ-αρίζω= κόσκινο για τον καθαρισμό των δημητριακών
arelar 1. ρμ, καθαρίζω τα δημητριακά
areópago 1. α, ιατ, Άρειος Πάγος
área πρχ ἄρουρα = καλλιεργήσιμη γή, περιοχή, έδαφος
1. θ, περιοχή γης, έκταση, la finca ocupa una extensa área,
το κτήμα πιάνει μια τεράστια έκταση
2. ζώνη, περιοχή, el área mediterránea, η περιοχή της Μεσογείου
Nuestras oficinas están dentro del área metropolitana de Washington DC,
Τα γραφεία μας βρίσκονται στη μητροπολιτική περιοχή της Ουάσιγκτον
3. μτφ, τομέας σε κάτι, πεδίο, el área de ciencias sociales,
το πεδίο των κοινωνικών επιστήμων
4. αρ, un terreno de 100 áreas, περιοχή έκτασης, 100 αρ
5. γμτ εμβαδόν, el área del triángulo, το εμβαδόν του τριγώνου
6. αθλ, περιοχή, la falta en el área es penalti, το φάουλ στην περιοχή είναι πέναλτι
7. αγρ, φυτώριο, σπορείο λουλουδιών
8. σνθ, área de castigo, de penalti, πδφ, μεγάλη περιοχή
área de conocimiento, γνωστικό πεδίο σσε πανεπιστήμιο
área de descanso, περιοχή προσωρινής στάθμευσης σε δρόμο ταχείας
área de libre cambio, ζώνη ελεύθερων συναλλαγών
área de servicio, περιοχή εξυπηρέτησης
área metropolitana, urbana μητροπολιτική, αστική περιοχή
deciárea 1. θ, αγρονομική μονάδα μέτρησης ίση με δέκα τετραγωνικά μέτρα
areola, aréola 1. θ, πρχ π-ερι-ολο= περιοχή γύρω απο κάτι, πρχ άλως, θηλαία στήθους, areola de pezón
2. κοκκινωπός κύκλος γύρω από εξανθήματα
areolar 1. ε, ανα, που σχετίζεται με τη θηλαία άλω του μαστού, με κοκκινωπούς κύκλους
asar πρχ ασαρ> ψ-ήσω
1. ρμ, ψήνω τρόφιμο, asar un pollo, ψήνω ενα κοτόπουλο
2. οικ, μτφ, ψήνω κάποιον με κάτι= ενοχλώ, παίρνω τ’ αυτιά,
le asaron a preguntas, τον έψησαν= ζάλισαν με ερωτήσεις
lo asaron con sus ruegos, του πήραν τ’ αυτιά με τα αιτήματά τους
Mi exnovia me está asando a preguntas sobre mi novia actual,
Η πρώην κοπέλα μου με ψήνει με ερωτήσεις για την τωρινή μου κοπέλα
3. ραντ, μτφ, me aso de calor, ψήνομαι, σκάω από τη ζέστη
asurar 1. ρμ, καίω, Tapa la olla para evitar asurar el guiso,
Σκέπασε την κατσαρόλα για να αποφύγεις να κάψεις το στιφάδο
2. μτφ, καίω, Esta falta de lluvia va a asurar mis canteros,
Αυτή η έλλειψη βροχής θα κάψει τα παρτέρια μου
soasar 1. ρμ, μισοψήσω κάτι
sobreasar 1. ρμ, υπερ-ψησω= ξαναψήσω κάτι για να ροδίσει
asado 1. α, ψητό κρέας, pollo asado, κοτόπουλο ψητό
2. ψήσιμο κρέατος, el asado de carne, το ψήσιμο του κρέατος
asador, ra 1. α θ, ψήστης, -ια
asador 1. α, μαγαζί ψησταριά, ψητοπωλείο, el asador de la plaza,
η ψησταριά της πλατείας
2. ψηστιέρα, γκριλ
3. σούβλα ψησίματος, saca la carne del asador, βγάλε το κρέας από τη σούβλα
asadura 1. θ, εντόσθια ζώου, συκωταριά, πρχ ασαδουρα> ψ-ηστάρια
2. μοσχαρίσια πνευμόνια
3. συκώτι
4. οικ, μτφ, σαν ψησταριά σε κάποιον= σπαρίλα, τεμπελιά, ¡qué asadura tienes!
τι σπαρίλα σ’ έχει πιάσει!
5. εκφ, echar las asaduras, οικ, να πετάξω τα εντόσθια= μέχρι τέλους, μέχρι τελικής πτώσης
te haré trabajar hasta que eches las asaduras,
θα σε βάλω να δουλέψεις μέχρι τελικής πτώσης
asadero πρχ ασαδ-ερο> ψ-ηστ-ήριο
1. α, σούβλα ψησίματος, el cordero está en el asadero, το αρνί είναι στη σούβλα
2. μαγαζί ψησταριά, ψητοπωλείο
3. μτφ, μέρος σαν φούρνος, esta habitación es un asadero,
αυτό το δωμάτιο είναι φούρνος
ardor πρχ αρδορ> καβ-ουρδ-ισμα= κάψιμο
1. α, καούρα, κάψιμο σωματικό, ardor de estómago, καούρα του στομαχιού
2. έντονη ζέστη, κάψα, el ardor del verano, η κάψα του καλοκαιριού
3. μτφ, ψυχικό κάψιμο= ενθουσιασμός, πάθος, φλόγα, θάρρος ψυχής,
el ardor de la disputa, το πάθος της διαμάχης
trabajar con gran ardor, δουλεύω με πάθος
en el ardor de la batalla, στη φλόγα του πολέμου
ardoroso, sa 1. ε, καιόμενος, -η, -ο, φλεγόμενος, -η, -ο, καυτός, -ή, -ó απο ζέστη,
mejillas ardorosas, μάγουλα καιόμενα
tuvimos que caminar diez kilómetros bajo un sol ardoroso,
Έπρεπε να περπατήσουμε δέκα χιλιόμετρα κάτω από έναν φλεγόμενο ήλιο
Apenas podía caminar en la arena ardorosa,
Μετά βίας μπορούσα να περπατήσω στην καυτή άμμο
2. μτφ, καυτός, -ή, -ó, παθιασμένος, -η, -o, ένθερμος, -η, -ο, φλογερός, -ή, -ο,
Marina es una ardorosa defensora de los derechos de las mujeres,
Η Μαρίνα είναι ένθερμη υπερασπίστρια των δικαιωμάτων των γυναικών,
ardorosa discusión, καυτή διαφωνία
ardorosamente 1. επρ, καβ-ουρδ-ιστά= διακαώς, με πάθος
ardiente 1. ε, που καίει, καυτός, -ή, -o, ζεματιστός, -ή, -ó,
La palmera me protege del sol ardiente, Ο φοίνικας με προστατεύει απο τον καυτό ήλιο
2. μτφ, διακαής, -ής, -ές, φλογερός, -ή, -ό, παθιασμένος, -η, -ο,
amantes ardientes, φλογεροί εραστές
un ardiente partidario, ένθερμος υποστηρικτής
ardientemente 1. επρ, διακαώς
arder πρχ καβ-ουρδ-ίζω= καίω
1. ρα, καίγομαι, φλέγομαι, el bosque está ardiendo, το δάσος καίγεται
2. καίγομαι, ζεματώ, για φαγητό, ποτό, las patatas están ardiendo,
el té está ardiendo, το τσάι ζεματάει
3. μτφ, καίω ψυχικά= βράζω, arde de cólera, βράζει απο οργή,
4. νιώθω κάψιμο, καίγομαι, τσούζω, Me ardió mucho el corte al ponerle alcohol,
Με έκαψε, έτσουξε πολύ το κόψιμο όταν του έβαλα οινόπνευμα
Me debería haber puesto crema solar ayer. Me arde la espalda,
Έπρεπε να είχα βάλει αντηλιακό χθες. Με καίει η πλάτη μου
5. ζυμώνομαι για κοπριά
6. arder en, φλέγομαι από, καίγομαι από επιθυμία, απο συναίσθημα,
ardía en deseos de besarla, καιγόταν από επιθυμία να τη φιλήσει
ardier en celos, με τρώει η ζήλια, σκάω από ζήλια
7. μτφ, σπαράζομαι, este país arde en guerra, αυτή η χώρα σπαράζεται από τον πόλεμο
8. ραντ, καίγομαι, φλέγομαι για φυτά
9. εκφ, está que arde, στέκει σαν να βράζει, βράζει από μέσα του, καζάνι που βράζει,
είναι πύρ και μανία, los manifestantes están que arden,
οι διαδηλωτές είναι καζάνι που βράζει
ή μτφ, είναι στον αέρα, γίνεται χαμός, el pueblo está que arde por las fiestas,
η πόλη είναι στον αέρα λόγω των γιορτών
ardimiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του arder o arderse
2. κάψιμο σε κάτι, πυρκαγιά σε δάσος, σπίτι
3. μτφ, ψυχικό κάψιμο= γενναιότητα, παλικαριά, θέρμη, θάρρος,
Todo lo miraba Sancho, admirado del ardimiento de su señor,
Ο Σάντσο κοίταζε τα πάντα, έκθαμβος απο το θάρρος του κυρίου του
ardentía 1. θ, καύσωνας, λιοπύρι, la ardentía del verano, ο καύσωνας του καλοκαιριού
2. καούρα, κάψιμο στομάχου, ardentía en el estómago, καούρα στο στομάχι
enardecer 1. ρμ, εν-καβουρδίζω ψυχικά= εξάπτω τα πάθη, διαμάχη, φουντώνω,
La campaña polémica del candidato enardeció la opinión pública,
Η αμφιλεγόμενη εκστρατεία του υποψηφίου φούντωσε την κοινή γνώμη,
enardecer las pasiones, εξάπτω τα πάθη,
enardecer los ánimos, ανάβω τα πνεύματα
2. ραντ, εξάπτομαι, ενθουσιάζομαι, εξαγριώνομαι, ανάβω, φουντώνω,
los ánimos se enardecieron, άναψαν τα πάθη
Los hinchas se enardecieron tras la derrota de su equipo y provocaron disturbios,
Οι οπαδοί εξαγριώθηκαν μετά την ήττα της ομάδας τους και ξεκίνησαν ταραχές
enardecimiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του enardecer, έξαψη, φούντωμα, διέγερση,
el periodismo se convertió en otro vehículo para el enardecimiento de las masas,
η δημοσιογραφία μετατράπηκε σε άλλο ένα όχημα για την διέγερση των μαζών
enardecedor, ra 1. ε, εξαπτικός, -ή, -ό, διεγερτικός, -ή, -ό, ενθουσιαστικός, -ή, -ό,
aridez 1. θ, πρχ ξ-ηρότητα, αν-υδρότητα= ξηρασία εδάφους, κλίματος,
la aridez del clima, η ξηρότητα του κλίματος,
El desierto de del Sáhara es famoso por su aridez,
Η έρημος Σαχάρα φημίζεται για την ξηρασία της
2. μτφ, ξηρότητα σε πράξη, χαρακτήρα, ανιαρότητα, aridez del espíritu, έλλειψη πνεύματος,
la aridez de una lectura, η ξηρότητα μιας ανάγνωσης
árido, da 1. ε, για κλίμα, έδαφος, πρχ άριδο> άνυδρο ή ξ-ηρώδη= άνυδρος, -η, -o,
ξηρός, -ή, -ó, άγονος, -η, -o, tierras áridas, άνυδρα, άγονα, ξηρά εδάφη
El aloe vera crece en climas áridos, Η αλόη βέρα αναπτύσσεται σε ξηρά κλίματα
2. μτφ, για θέμα, χαρακτήρα, ξηρός, -ή, -ό, μονότονος, -η, -ο, ανιαρός, -η, -o,
asunto árido, ανιαρό θέμα,
la lectura de este libro es muy árida, η ανάγνωση αυτού του βιβλίου είναι πολύ ανιαρή
áridos 1. α πλ, για όσπρια, σπόρους που μετρούνται σαν τα υγρά αν και είναι στερεά
2. κατ, πρχ, μτθ, αριδος> αδρανή υλικά, άμμος, χαλίκι
semiárido, da 1. ε, πρχ ημιάνυδρος, -η, -ο, ημιάγονος, -η, -ο
aridecer 1. ρμ, ρα, πρχ αριδεσερ> να καβ-ουρδίσω κάτι ή κάνω ξ-ηρώδες= ξηραίνω
el sol aridece la tierra, ο ήλιος ξηραίνει την γή, έδαφος
2. ραντ, ξηραίνομαι
arestín 1. α, βοτ, πρχ με ακριστό αγκάθι= μοσχάγκαθο, ερύγγιο
2. ιατ, πρχ ξ-ηρο-στημα δέρματος= εκδορά ή γδάρσιμο
arisblanco, ca 1. ε, πρχ ακρο-λευκο= el trigo arisblanco, σιτάρι με άσπρο άγανο
arisnegro, gra 1. ε, ακρο-νεγρο= el trigo arisnegro, σιτάρι με σκούρο άγανο
arisprieto, ta 1. ε, ακρο-σπορο= el trigo arisprieto, σιτάρι με σκούρο άγανο
arfar 1. ρα, ναυ, πρχ κ-αρφώνω την μύτη του πλοίου= κλυδωνίζομαι, ανεβο-κατεβαίνω
arfada 1. θ, ναυ, κλυδωνισμός, σκαμπανέβασμα