AMNIOS

AMNIOS= ΠΡΧ ΑΜΝΙΑΚΟΣ ΣΑΚΟΣ, ΑΜΝΟΣ, ΑΡΝΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

añino 1. α, πρχ αρνί-νιο= αρνάκι ενός έτους

2. ε, του αρνιού ενός έτους

añinero 1. α, άτομο που ασχολείται με τα μοσχάρια, αρνιά ή πρόβατα ενός έτους

amnios 1. α, αμνιακός σάκος

amniocentesis 1. θ, ιατ, αμνιοκέντηση

amnioscopia 1. θ, ιατ, αμνιοσκόπηση

amnioscopio 1. α, ιατ, αμνιοσκόπιο

amniótico, ca 1. ε, αμνιακός, -ή, -ó, líquido amniótico, αμνιακό υγρό

agnus 1. α, agnusdéi

agnusdéi 1. α, ένα από τα σταθερά μέρη της λειτουργίας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (Αμνός Θεού), προσευχή που ξεκινά με αυτήν τη λέξη

2. πλάκα κεριού με εικόνα θρησκευτικής παράστασης που έχει την ευλογία του Πάπα

3. γυναικείο μενταγιόν με θρησκευτική παράσταση

Scroll to Top