AMILANAR

AMILANAR= ΠΡΧ ΜΕΛΑΝΙΑΖΩ ΚΑΠΟΙΟΝ ΑΠΟ ΦΟΒΟ> ΕΚΦΟΒΙΖΩ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

amilanar 1. ρμ, πρχ μελανιάζω κάποιον με φόβο= εκφοβίζω, τρομάζω,

su tono agresivo nos amilanó y no osamos decir más,

ο επιθετικός τόνος του μας εκφόβισε και δεν τολμήσαμε να πούμε τίποτα άλλο

2. μτφ, μελανιάζω κάποιον ψυχικά= απογοητεύω, απελπίζω,

la enfermedad lo amilanó, η αρρώστια τον απέλπισε

3. ραντ, μτφ, τρομοκρατούμαι, εντυπωσιάζομαι, se amilanó ante el enemigo,

τρομοκρατήθηκε προ του εχθρού

4. ραντ, μτφ, απογοητεύομαι, no se amilana ante los fracasos,

δεν απογοητεύεται από τις αποτυχίες

amilanamiento 1. α, φόβος, εκφοβισμός, No era amilanamiento, sino violencia física,

Δεν ήταν εκφοβισμός, αλλά σωματική βία

2. απογοήτευση

milano 1. α, ορν, τσίφτης

2. ζωλ, ψάρι καπόνι

melva 1. θ, ψάρι κοπάνι, κοπανάκι

milocha 1. θ, χαρταετός

neblí 1. α, γεράκι

vilano 1. α, βοτ, λοφίο

Scroll to Top