AMONIO= ΠΡΧ ΑΜΜΩΝΙΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
amonio 1. α, αμμώνιο
amonita 1. θ, νιτρικό αμμώνιο
2. αμμωνίτης
amonal 1. α, αμμωνάλη
amoniacal 1. ε, αμμωνιακός, -ή, -ό, αμμωνιούχος, -α, -o, sales amoniacales,
αμμωνιούχα άλατα
amoniaco, ca, amoníaco, ca 1. ε, αμμωνιακός, -ή, -ó, sal amoníaca, αμμωνιακό άλας
amoniaco, amoníaco 1. α, αέριο αμμωνία
2. αμμωνιούχο κόμμι
amónico, ca 1. ε, χημ, αμμωνιακός, -ή, -ó
amida 1. θ, αμίδιο
amiduro 1. α, χημ, αμίδιο
poliamida 1. θ, χημ, πολυαμίδιο
amina 1. θ, αμίνα
aminoácido 1. α, αμινοξύ
aminado, da 1. ε, αμινικός, -ή, -ό
amodita 1. θ, ζωλ, κερασφόρος οχιά, εχιδνα η αμμοδύτης
anfeta 1. θ, αμφεταμίνη
anfetamina 1. θ, αμφεταμίνη
histamina 1. θ, βιο, ισταμίνη