AMAR

AMAR= ΑΡΧ ΑΜΜΑΣ> Μ-ΑΜΑ> ΑΓΑΠΗ, ΦΙΛΙΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

ama 1. θ, πρχ μ-αμά> η μαμά διοικεί το σπίτι= νοικοκυρά, κυρία του σπιτιού

2. ιδιοκτήτρια

3. κυρία, κυρά, για τον υπηρέτη

4. σνθ, ama de casa, νοικοκυρά, κυρία του σπιτιού

ama de cría, de leche, τροφός, παραμάνα

ama de gobierno de llaves, οικονόμος

amo πρχ αμμάς= κύριος οίκου

1. α, κύριος, δεσπότης, αφέντης του σπιτιού, των υπηρετών

2. ιδιοκτήτης σε κάτι

3. μτφ, ο καλύτερος σε κάτι, κυρίαρχος σαν δεσπότης σπιτιού, es el amo del ciclismo,

Είναι o κορυφαίος στην ποδηλασία

4. αφεντικό σε εργασία, εταιρία, el amo de la empresa, το αφεντικό της εταιρείας

5. σνθ, amo de casa, κύριος του σπιτιού

6. εκφ, ser el amo del cotarro, οικ, είμαι ο κύριος του πρχ κοτετσιού = είναι ο αρχηγός,

¿aquí quién es el amo de cotarro? ποιος είναι ο αρχηγός εδώ;

amar πρχ μ-αμά= αγάπη> αγαπώ

1. ρμ, Yo te amo, Ana, y quiero pasar el resto de mi vida contigo,

Σε αγαπώ, Ana, και θέλω να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου μαζί σου,

ama la verdad, αγαπά την αλήθεια

amo a Juana, αγαπώ την Χουανα

2. amarse, ραντ, αγαπιέμαι, mis padres se aman, οι γονείς μου αγαπιούνται

3. ραντ, αγαπιέμαι με κάποιον = κάνω έρωτα

amado, da 1. ε, α θ, αγαπημένος, -η, -ο

amante πρχ σαν μαμά που αγαπάει

1. ε, στοργικός, -ή, -ó, a mi amante mujer, στη στοργική μου γυναίκα

2. λάτρης για κάτι, es amante de futból, είναι λάτρης του ποδοσφαίρου

3. α θ, ερωτευμένος, -η

4. εραστής, ερωμένη, σε γάμο

5. εραστής, ερωμένη, για πράξη σεξ, es muy buen amante, είναι πολύ καλός εραστής

6. μτφ, οπαδός, λάτρης σε κάτι

amable αγαπήσιμος, αγαπητός

1. ε για άτομο, αξιαγάπητος, -η, -o, ευγενικός, -ή, -ó, προσηνής, -ής, -ές

Tu hermano es muy amable ο αδερφός σου είναι πολύ αγαπητός

2. για πράξη, χειρονομία, ευγενικός, -ή, -ό

Es muy amable de tu parte πολύ ευγενικό εκ μέρους σου

amablemente 1. επρ, ευγενικά

amabilidad 1. θ, ευγένεια, προσήνεια, καλοσύνη,

Quisiera agradecerte la amabilidad y consideración que nos has mostrado,

Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την καλοσύνη και την εκτίμηση που μας δείξατε

2. σνθ, tener la amabilidad de, έχεις την καλοσύνη να

¿tendría la amabilidad de acompañarme? θα είχατε την καλοσύνη να με συνοδεύσετε

tenga la amabilidad de pasar περάστε, αν έχετε την καλοσύνη

amabilísimo, ma 1. ε, ευγενέστατος, -η, -o, ευγενικότατος, -η, -ο

amateur 1. ε, αθλ, ερασιτέχνης, επειδή αγαπά αυτό που κάνει

amateurismo 1. α, ερασιτεχνισμός

amatorio, ria 1. ε, αγαπητικός= ερωτικός, -ή, -ó, cartas amatorias, ερωτικές επιστολές

amor 1. α, αγάπη, el amor de una madre, η αγάπη μιας μητέρας

2. έρωτας σαν σχέση ή άτομο, ella fue mi primer amor, αυτή ήταν o πρώτος μου έρωτας

El amor verdadero es difícil de encontrar, Η αληθινή αγάπη είναι δύσκολο να βρεθεί

3. έρωτας σαν πράγμα, su gran amor es su bici, το ποδήλατο είναι ο μεγάλος έρωτας του

4. σνθ, amor a primera vista, κεραυνοβόλος έρωτας

amor correspondido, αμοιβαίος έρωτας

amor libre, ελεύθερος έρωτας

amor pasajero, επιπόλαιος έρωτας

amor platónico, πλατωνικός έρωτας

amor propio, αγάπη προς τον εαυτό μου = αυτοσεβασμός, περηφάνια

5. εκφ, amor con amor se paga, αγάπη δίνεις αγάπη παίρνεις

desgraciado en el amor, en amores, άτυχος στον έρωτα

hacer el amor, κάνω έρωτα

por amor al arte, για αγάπη προς την τέχνη= ανιδιοτελώς, για γούστο

por el amor de Dios, για όνομα του Θεού

rendido de amor por, παραδομένος από αγάπη για, τρελά ερωτευμένος με

amores 1. α πλ, έρωτες, σχέσεις ερωτικές

2. ερωτόλογα

3. εκφ, con, de mil amores, μετά πολλής αγάπης, χαράς

requerir de amores, κάνω ερωτική εξομολόγηση

amorcillos 1. α πλ, τεχ, ερωτιδείς, ο έρωτας με το τόξο-βέλος

amorecer 1. ρμ, ζευγαρώνω το πρόβατο

amoricones 1. α πλ, αγαπολογίες, τσιριμονιές, μαλαγανιές

amorío 1. α, περαστική σχέση, ερωτική περιπέτεια, un amorío de verano,

μια καλοκαιρινή ιστορία αγάπης

amorosamente 1. επρ, με αγάπη, ερωτικά

2. τρυφερά

amoroso, sa

1. ε, τρυφερός, -ή, -ó, στοργικός, -ή, -ó, es un padre muy amoroso,

είναι ένας πατέρας πολύ τρυφερός

2. για σχέσεις ή πράγματα, ερωτικός, -ή, -ó, gestos amorosos, ερωτικές χειρονομίες

3. για μέρος της ημέρας, χρόνο, ευχάριστος, -η, -ο, γαλήνιος, -α, -ο, una noche amorosa, μια νύχτα γαλήνια

4. για έδαφος, μτφ, αφράτος, -η, -ο, μαλακός, -ή, -ιά, -ό

desamor πρχ χωρίς-αγάπη

1. α, έλλειψη στοργής, τρυφερότητας, Los niños sufren de desamor familiar,

Τα παιδιά υποφέρουν από οικογενειακή έλλειψη στοργής

2. ψυχρότητα, Rompí con Pedro porque sentía el desamor en nuestra relación,

Χώρισα με τον Pedro επειδή ένιωσα ψυχρότητα στη σχέση μας

3. αδιαφορία, Me entristecía el desamor que Juan demostraba hacia mí,

Με στεναχωρούσε η αδιαφορία που έδειχνε ο Χουάν προς εμένα

4. μίσος, αποστροφή, El desamor entre los dos políticos era evidente para todos,

Η αποστροφή μεταξύ των δύο πολιτικών ήταν εμφανής σε όλους

desamorado, da 1. ε, λγτ, που δεν δείχνει αγάπη, αδιάφορος, -η, -o, ψυχρός, -ή, -ó

enamorar enamorar> εν> μέσα σε αγάπη

1. ρμ, κάνω κάποιον να με ερωτευτεί, κατακτώ ερωτικά, ξελογιάζω,

las enamora a todas, τις ξελογιάζει όλες

2. κάτι ή κάποιος με γοητεύει, la ciudad nos enamoró, η πόλη μας γοήτευσε

3. ραντ, ερωτεύομαι κάποιον ή κάτι, me he enamorado de María,

έχω ερωτευτεί την Μαρία

desenamorarse, desenamorarse de 1. ραντ, πρχ παύω, δεν είμαι ερωτευμένος με

enamoradamente 1. επρ, ερωτικά, ερωτιάρικα

enamoradizo, za 1. ε, ερωτιάρης, -α, -ικο

2. α θ, ερωτύλος

enamorado, da 1. ε, ερωτευμένος, -η, -o, για άτομο ή πράγμα σχετικό με ερωτευμένο,

una mirada enamorada, ένα βλέμμα ερωτευμένου

el día de los enamorados, η ημέρα των ερωτευμένων

2. α θ, εραστής

3. ε, α θ , ερωτευμένος με κάτι, οπαδός, λάτρης, -ισσα, un enamorado del futból,

ένας λάτρης του ποδοσφαίρου

enamoramiento 1. α, έρωτας

enamoricarse 1. ραντ, ερωτεύομαι λίγο, ερωτο-παίζω με κάποιον, ερωτοτροπώ

amigo, ga 1. ε, που έχει σχέση αγάπης με κάποιον, φιλικός, -ή, -ó,

Varios países amigos se unieron para ayudar a Haití después del temblor,

Αρκετές φιλικές χώρες ενώθηκαν για να βοηθήσουν την Αϊτή μετά τον σεισμό

2. φιλικός, -ή, -ο, προς κάτι σαν οπαδός, λάτρης, es amigo de la música clásica,

είναι λάτρης της κλασικής μουσικής

3. μαθ, σχετικός, -ή, -ό με τέλειο αριθμό

4. α θ, φίλος, φίλη, mi amigο se llama, Juan ο φίλος μου λέγεται Χουαν

5. φίλος, -η, σαν οπαδός για κάτι, εραστής

6. φίλος, φιλενάδα , με σχέση ερωτική

7. εραστής, ερωμένη, με σχέση σεξουαλική

8. σνθ, amigo de la casa, οικογενειακός φίλος

amigo de siempre, de toda la vida, παντοτινός φίλος

9. εκφ, bueno es tener amigos hasta en el infierno, καλό είναι να έχει κανείς φίλους μέχρι και την κόλαση= παντού

cuanto más amigos más claros, οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους

hacer amigos, κάνω φίλους

hacerse amigo de alguien, γίνομαι φίλος με κάποιον

amigóte 1. α, φιλαράκος

amigúete 1. α, φιλαράκος, φιλαράκι, με επιφανειακή φιλία

amiguismo 1. α, εύνοια μεταξύ φίλων, γνωστών, ευνοιοκρατία

amigable 1. ε, φιλικός, -ή, -ό, te Ιο digo con tono amigable, σου το λέω με φιλικό ύφος

2. νομ, φιλικά= κοινή συναινέσει, una separación amigable, ένα συναινετικό διαζύγιο

amigablemente 1. επρ, φιλικά

2. νομ, κοινή συναινέσει

amigacho, cha 1. α θ, φιλάρας, φίλος προς αποφυγή

2. φιλαράκος για γλέντι

amigarse 1. ραντ, γίνομαι φίλος, κάνω φιλία με κάποιον

2. αρχίζω να ζω με κάποιον ως ζευγάρι

enemiga πρχ εν-εμιγα> άνευ-μαμα> μη-φιλία

1. θ, λγτ, έχθρα

2. tenerle enemiga a alguien, έχω α-φιλία= έχθρα για κάποιον

enemigo, ga 1. ε εχθρικός, -ή, -ó

2. ser enemigo de (hacer) algo, είμαι α-φιλικός= εχθρικός προς (να κάνω) κάτι

3. εκφ, no hay enemigo pequeño, δεν υπάρχει εχθρός μικρός= ποτέ μην υποτιμάς τον εχθρό

enemigo πρχ μη-φίλος= εχθρός

1. α, εχθρός στρατιωτικός

2. εκφ, al enemigo, ni agua, στον εχθρό, ούτε νερό= κανένα έλεος

amistad 1. θ, φιλία, la amistad es lo más importante, η φιλία είναι το πιο σημαντικό

2. φίλος, φίλη

3. εκφ, entablar amistad, ταβλάρω φιλία= κάνω φιλία

romper las amistades, διαλύω φιλία

trabar amistad con, τραβάω φιλία με = γίνομαι φίλος με

amistades 1. θ πλ, άτομα με τα οποία έχω φιλίες

2. μτφ, φιλίες σαν διασυνδέσεις, sin amistades no puedes trabajar aquí,

χωρίς διασυνδέσεις δεν μπορείς να δουλέψεις εδώ

amistar 1. ρμ, κάνω φίλους, Dolores había amistado con el barman del bar,

Η Dolores είχε κάνει φίλια, φίλο με τον μπάρμαν του μπαρ

2. φιλιώνω δύο άτομα, Mis hijos se pelearon. ¿Qué puedo hacer para amistarlos?

Τα παιδιά μου τσακώθηκαν. Τι μπορώ να κάνω για να τους φιλιώσω;

3. ραντ, κάνω φιλία με κάποιον

4. φιλιώνομαι με κάποιον

amistosamente 1. επρ, φιλικά

2. με φιλική διάθεση= κοινή συναινέσει

amistoso, sa 1. ε, φιλικός, -ή, -ó, un partido amistoso, ένα φιλικό παιχνίδι

amistoso 1. α, αθλ, φιλικός αγώνας

enemistad 1. θ, έχθρα

enemistar 1. ρμ, κάποιος ή κάτι προκαλεί την έχθρα ή την απώλεια φιλίας σε κάποιον

2. ραντ, γίνομαι εχθρός με κάποιον

inamistoso, sa 1. ε, εχθρικός, -ή, -ó

glamour 1. α, πρχ γκλαμουριά = γκλάμουρ

glamuroso, sa 1. ε, γκλαμουράτος, -η, -o

Scroll to Top