PECHO= ΠΡΧ ΠΕΤΟ ΣΑΚΑΚΙΟΥ> ΣΤΗΘΟΣ, ΘΩΡΑΚΑΣ, ΠΡΧ ΠΑΡΑΠΕΤΟ,
ΠΡΧ ΠΡΕΣΑΡΩ, ΠΙΕΣΤΟ> ΠΙΕΖΩ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
peto
1. α, προστήθιο, πλαστρόν για πανοπλία, φόρεμα, peto de armadura, vestido,
2. προστατευτική φόρμα πάνω από τα ρούχα, κορσάζ
3. ζωλ, προστήθιο
4. ταυ, υφασμάτινο κάλυμα
5. σνθ, peto de trabajo, φόρμα εργασίας
petillo 1. α, μικρό πλαστρόν, προστήθιο
pitirrojo 1. α, ορν, πρχ πετο-ρουζ= κοκκινοστήθι, κοκκινοτραχηλίσα, ερύθακος
pechiazul 1. α, ορν, πρχ πετο-θαλασσί= τσιχλαηδόνι
pechiblanco, ca 1. ε, πρχ πετο-λευκό= που έχει λευκό στέρνο
pechirrojo, pechicolorado 1. α, ορν, πρχ πετο-ερυθρό, πετο-χρωματιστό = σπίνος
pectoral πρχ πετο= στήθος, θώρακας
1. ε, ανα, φρμ, θωρακικός, -ή, -ó
2. α, επιστήθιο κόσμημα, μενταγιόν
3. φρμ, φάρμακο βρογχοπνευμονικών παθήσεων
4. θρη, εγκόλπιο, επιστήθιο για επίσκοπο, pectoral de obispo
expectorar 1. ρμ, ρα, ιατ, πρχ εκ-πετίζω> εκ-στηθίζω το φλέμα= αποχρέμπτομαι
expectoración 1. θ, ιατ, απόχρεμψη
expectorante 1. ε, ιατ, αποχρεμπτικός, -ή, -ó
2. α, αποχρεμπτικό
pecho πρχ πετο=στήθος
1. α, στήθος ανθρώπου, el doctor le auscultó el pecho, o ιατρός του ακροάστηκε το στήθος
2. στήθος γυναίκας, στήθη, ese sujetador realza el pecho,
αυτό το σουτιέν ανυψώνει το στήθος
3. στήθος ζώου
4. επμ, μτφ, τα εσώ κάποιου, μέσα μου, σου, του, tenía mucha pena en su pecho,
είχε πολλή λύπη μέσα του
5. ιστ, κεφαλικός φόρος, χαράτσι
6. εκφ, a lo hecho, pecho, o γέγονε, γέγονε, ó,τι έγινε, έγινε
a pecho descubierto, με ανοιχτά στήθια= χαρτιά ή χωρίς προστασία, ακάλυπτος
criar a sus pechos, παίρνω υπό την προστασία μου (υπο στήθους)
dar el pecho, για μητέρα, βυζαίνω, θηλάζω
ή μτφ για κίνδυνο, προτάσσω το στήθος= αντιμετωπίζω
tomar el pecho θηλάζω, βυζαίνω
echarse, meterse entre pecho y espalda algo, οικ, μτφ, ρίχνω μεταξύ πέτου-πλάτης=
ρίχνω φαγητό, ποτό στην μπάκα
ή μτφ, για δουλειά= φορτώνομαι κάτι
tener algo entre pecho y espalda, έχω κάτι στην καρδιά
hinchar, inflar el pecho, φουσκώνω τα στήθη
no caberle a alguien en el pecho de alegría, δεν μπορώ να συγκρατήσω τη χαρά μου partirse el pecho, οικ, σκίζω το στήθος= ξεθεώνομαι
partirse el pecho por alguien, por hacer algo, μου σκίζω το στήθος= γίνομαι χίλια κομμάτια για κάποιον, για να κάνω κάτι
sacar el pecho, κορδώνω το κορμί μου ή κορδώνομαι υπερήφανα
tomarse algo a pecho, παίρνω κάτι κατάκαρδα, κατάστηθα
pechar πρχ πετο= στήθος
1. ρμ, ιστ, πληρώνω χαράτσι, πρχ δίνω την πέτσα μου σαν χαράτσι
2. pechar con, οικ, μτφ, φορτώνομαι στο στήθος ευθύνη, υποχρέωση, φέρω,
tengo que pechar con todo el trabajo, πρέπει να φορτωθώ όλη τη δουλειά
pecha con la deshonra de su familia, φέρει με την ατίμωση της οικογένειάς του
pechada 1. θ, οικ, μτφ, θέτω επι πέτου> στήθος= δουλειά,
darse una pechada de trabajar, ξεσκίζομαι στη δουλειά
2. οικ, μτφ, υπερβολή σε φαί, σαν να μου κάθεται στο πέτο το φαί
¡Qué pechada de comida que pegamos ayer! Todavía estoy llenο,
Τι φαγητό που ρίξαμε χθες! Είμαι ακόμα φουσκωμένος
pechera πρχ πετ-ιερα= στηθ-ιερα
1. θ, πλαστρόν, προστήθιο για μπλούζα
2. προστήθιο για φόρεμα
3. τραχηλιά
4, προστερνίδιο για άλογο
5. οικ, στήθος γυναικείο
pechero 1. α, σαλιάρα για παιδί
despechar 1. ρμ, οικ, πρχ ξε-στηθίζω= απογαλακτίζω για παιδί
despecho 1. α, απογαλακτισμός
repechar 1. ρα, μτφ, πετο> στήθος σαν πλαγιά> πρχ περι> ανα-πετώ= αναρριχώμαι,
σκαρφαλώνω σε μια απότομη πλαγιά
repecho 1. α, απότομη πλαγιά
pichi 1. α, πρχ πετο= καζάκα
2. κονσομέ μαδριλένιο
pechuga 1. θ, στήθος, στηθούρι σε πτηνό
2. οικ, βυζιά
pechugón, ona 1. ε, οικ, στηθαρού= βυζαρού
es muy pechugona, είναι πολύ βυζαρού, έχει μεγάλα βυζιά
apechugar 1. ρα, οικ, βαστώ στο πετο> στήθος κάτι= υπομένω, αντέχω, κάνω κουράγιο, ¡apechuga, que la vida es muy dura! κάνε κουράγιο, η ζωή είναι πολύ σκληρή!
2. apechugar con, προτάσσω πέτο σε κάτι= αντιμετωπίζω, τα βγάζω πέρα για δουλειά,
No seas cobarde y apechuga con la situación,
Μην είσαι δειλός και αντιμετώπισε την κατάσταση
3. υπομένω, υφίσταμαι συνέπειες, το παίρνω στο στήθος μου
Mentiste y te pillaron. Ahora tendrás que apechugar con las consecuencias,
Είπες ψέματα και σε έπιασαν. Τώρα θα πρέπει να υπομείνεις τις συνέπειες
despechugar 1. ρμ, ξε-στηθίζω= αφαιρώ το στήθος σε πτηνό,
El carnicero despechugó el pollo, Ο χασάπης αφαίρεσε το στήθος του κοτόπουλου
2. ραντ, οικ, μτφ, για άντρα, γυναίκα, ξε-στηθώνομαι= δείχνω, αποκαλύπτω το στήθος μου
despechugado, da 1. ε, οικ, μτφ, ξέστηθος, -η, -o
2. για γυναίκα, γυμνόστηθος, -η, -o
3. με ανοιχτό V στο ρούχο, ξεστήθωτος, -η, -o, Vestía una camisa despechugada,
Φόραγε μια μπλούζα με V ανοιχτό
despechugadura 1. θ, αφαίρεση στήθους απο πτηνό
2. δείξιμο, αποκάλυψη στήθους
entrepechuga 1. θ, πρχ ενδο-στήθος= φιλέτο δίπλα στο στέρνο για πτηνό
parapeto πρχ παρα-πέτο
1. α, στηθαίο για τείχος
2. παραπέτο
3. στρ, προκάλυμμα
parapetar πρχ θέτω παραπέτο σαν προστασία ή να παρα-πετάσσω, προ-τασσω
1. ρμ, προστατεύω κάτι, la barricada parapeta a los policías de los disparos,
το οδόφραγμα προστάτευε τους αστυνομικούς από τα πυρά
2. ραντ, προστατεύομαι, οχυρώνομαι απο κάτι,
los soldados se parapetaron en una casa, οι στρατιώτες οχυρώθηκαν σε ένα σπίτι
se parapetaron tras un muro, οχυρώθηκαν πίσω από έναν τοίχο
3. μτφ, κρύβομαι πίσω απο κάτι, se parapetaba en su posición social,
κρυβόταν πίσω από την κοινωνική θέση του
petral 1. α, ιππ, έποχο
pretal 1. α, ιππ, προστερνίδιο
pretil 1. α, στηθαίο
pretina 1. θ, ζωνάρι για ρούχα, επειδή είναι πιεστό
apretar πρχ πρεσάρω, πιεστό= πιέζω
1. ρμ, πιέζω κάποιον, μέρος σώματος = σφίγγω, κλείνω, apretar entre los brazos,
σφίγγω στα μπράτσα, κλείνω στην αγκαλιά
apretar la mano, σφίγγω το χέρι
2. πιέζω κάτι= σφίγγω, apretar los cordones, σφίγγω τα κορδόνια
3. για ρούχο, υπόδημα που πιέζει= στενεύω, σφίγγω,
este pantalón me aprieta, αυτό το παντελόνι με στενεύει
los zapatos me aprietan, τα παπουτσια με σφίγγουν
4. πιέζω να χωρέσει, στριμώχνω, si aprietas las cosas, seguro que entra todo en la maleta, αν πιέσεις τα πράγματα, σίγουρα μπαίνουν όλα στην βαλίτσα
5. πιέζω, πατώ, aprieta el acelerador, πάτα το γκάζι
6. σφίγγω, apretaba los dientes por el dolor, έσφιγγε τα δόντια από τον πόνο
7. πιέζω μια πράξη= επιταχύνω, κάνω γρήγορα, apreta el paso, επιτάχυνε το βήμα
8. κάτι με πιέζει, me aprieta el tiempo, με πιέζει o χρόνος
9. ρα, αυξάνει η πίεση= σφίγγω, hoy el calor aprieta σήμερα, η ζέστη σφίγγει, σκάει
10. αυξάνομαι, εντείνομαι, Ιa lluvia aprieta, η βροχή εντείνεται
11. πιέζω για κάτι, γίνομαι πιεστικός, el profesor aprieta en los exámenes
o καθηγητής γίνεται πιεστικός στις εξετάσεις
12. πιέζω τον εαυτό μου για κάτι= εντείνω τις προσπάθειες, φορτσάρω,
has de apretar más si quieres aprobar el examen,
πρέπει να πιεστείς, φορτσάρεις αν θέλεις να περάσεις την εξέταση
13. apretar en, πιέζομαι σε κάτι= εντείνω τις προσπάθειες,
tienes que apretar en la historia, πρέπει να πιεστείς στην Ιστορία
14. ραντ, μτφ, πιέζονται άτομα στον χώρο, πλησιάζω, έρχομαι κοντά, στριμώχνομαι,
tenemos que apretarnos para caber en el coche,
πρέπει να πιεστούμε για να χωρέσουμε στο αμάξι
15. πιέζονται άτομα στον χώρο= συνωστίζομαι, los fans se apretaban a la puerta del estadio, oι φίλαθλοι συνωστίζονταν στην πόρτα του σταδίου
16. εκφ, apretar a correr, πιέζω= φεύγω τρέχοντας
apretón πρχ πιεστό
1. α, σφίξιμο, apretón de manos, σφίξιμο χεριών, χειραψία,
se dieron un apretón de manos para confirmar el trato,
έδωσαν τα χέρια για να επιβεβαιώσουν τη συμφωνία
2. αγκαλιά, Sus cálidos apretones me consuelan cuando estoy triste,
Οι ζεστές αγκαλιές του πάντα με παρηγορούν όταν είμαι λυπημένη
3. στύψιμο, στράγγισμα, Moja la bayeta y luego dale un buen apretón para el eliminar el exceso de líquido, Βρέξτε το πανί και στη συνέχεια πιέστε το καλά για να φύγει η περίσσεια υγρού
4. πίεση μεταξύ ατόμων, συνωστισμός, στρίμωγμα σε χώρο
5. σπρωξίματα μεταξύ ατόμων, El concierto se convirtió en tragedia cuando varias personas se lastimaron por los apretones de la multitud,
Η συναυλία εξελίχθηκε σε τραγωδία όταν αρκετοί άνθρωποι τραυματίστηκαν από τα σπρωξίματα του πλήθους
6. σφίξιμο, πιάσιμο για πόνο, sintió un apretón en el pecho,
ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος
7. πίεση για κάτι= προσπάθεια, el apretón final en la última vuelta le dio la victoria,
η τελική προσπάθεια στην τελευταία γύρα του έδωσε την νίκη
8. μτφ, πιεστική κατάσταση, αδιέξοδο, la lesión de varios jugadores colocó al entrenador en un apretón, Οι τραυματισμοί αρκετών παικτών έβαλαν τον προπονητή σε αδιέξοδο
9. μτφ, οικ, κόψιμο, sentí el apretón y busqué desesperadamente el baño,
ένιωσα το κόψιμο και έψαξα απεγνωσμένα για το μπάνιο
apretura 1. πράξη και αποτέλεσμα του apretar, apretarse
2. σφίξιμο, πίεση
3. πιεστική, δύσκολη θέση, Cuando te encuentras en una apretura, es bueno tener a alguien cercano que te brinde su apoyo, Όταν βρίσκεσαι σε δύσκολη θέση, είναι καλό να έχεις κάποιον κοντά σου να σε στηρίζει
4. συνωστισμός, στριμωξίδι, Nunca uso el metro, no soporto estar en medio de la apretura,
Δεν χρησιμοποιώ ποτέ το μετρό, δεν αντέχω να βρίσκομαι στη μέση του συνωστισμού
5. μτφ, έλλειψη αγαθών ή χρημάτων, στενότητα
apreturas 1. θ πλ, σπρωξίματα, στριμωξίδι, en los autobuses hay muchas apreturas,
υπάρχει μεγάλο στριμωξίδι στα λεωφορεία
apretadera 1. θ, λουρί, ιμάντας, σαν πιεστήρι, επειδή πιέζει
apretado, da 1. ε, για ρούχο, εφαρμοστός, -ή, -ó
2. για κόμπο, παξιμάδι, σφιχτός, -ή, -ó, σφιγμένος, -η, -o
3. για άτομο, στριμωγμένος, -η, -ο, vamos un poco apretados en el coche,
πάμε λίγο στριμωγμένοι στο αυτοκίνητο
4. για γραφή, πυκνογραμμένος, -η, -o
5. για χρήμα, μτφ, πιεσμένος, -η, -ο, está muy apretada, είναι πολύ πιεσμένη
6. για δραστηριότητες, πιεσμένος, -η, -ο, φορτωμένος, -η, -ο, γεμάτος, -η,-ο,
κλεισμένος, -η, -o, tengo las mañanas muy apretadas, έχω τα πρωινά κλεισμένα
7. για υπόθεση, κατάσταση, που έχει πίεση, επικίνδυνος, -η, -ο, κρίσιμος, -η, -o,
situación apretada, κρίσιμη κατάσταση
apretador 1. α, σφιγκτήρας
2. συνδετήρας συρραφής
3. θωράκιο κορμού
apretador, ra 1. ε, πιεστικός, -ή, -ό, που πιέζει, σφίγγει
apretadura 1. θ, σφίξιμο
apretamiento 1. α, σφίξιμο, σύσφιξη, apretamiento de tuercas, σφίξιμο παξιμαδιών
2. συνωστισμός, στριμωξίδι, El apretamiento casi me deja sin aire
Το στριμωξίδι σχεδόν με άφησε με κομμένη την ανάσα
apretadamente 1. επρ, σφιχτά, al despedirnos nos abrazamos apretadamente,
Όταν αποχαιρετιστήκαμε, αγκαλιαστήκαμε σφιχτά
2. πιεσμένα= με μικρή διαφορά, ganó apretadamente, κέρδισε για λίγο
3. πιεσμένα οικονομικά, vive muy apretadamente, ζει πολύ πιεσμένα οικονομικά
aprieto 1. α, πρχ πιεστό= μτφ, ζόρι, πρόβλημα, δύσκολη κατάσταση, κάτι που με πιέζει
estar en un aprieto, είμαι σε ζόρι, πρόβλημα
2. εκφ hallarse, verse en un aprieto, είμαι, βρίσκομαι σε δύσκολη κατάσταση
poner en un aprieto, φέρνω σε δύσκολη θέση
salir del aprieto, βγάζω κάποιον από τη δύσκολη θέση
prieto, ta 1. ε, πρχ πιεστό= στενός, -ή, -ó, σφιχτός, -ή, -ó
2. για κρέας, σφιχτός, -ή, -ó
desapretar πρχ ξε-πιεστό
1. ρμ, ξεσφίγγω, ξελασκάρω κάτι, Desaprieta los tornillos para poder retirar la cubierta,
ξελασκάρισε τις βίδες για να μπορέσεις να αφαιρέσεις το κάλυμμα
2. ραντ, για βίδα, κόμπο, ξελασκάρει, ξεσφίγγεται, se ha desapretado un tornillo, ξελασκάρισε μια βίδα
3. ξελύνω, ξεδένω, me desapreté el nudo de la corbata,
ξέλυσα τον κόμπο της γραβάτας μου
apretujar πρχ πιεστό= πιέζω πολύ
1. ρμ, πιέζω, σφίγγω πολύ, apretujó la lata hasta deformarla,
Έσφιξε το κουτί μέχρι να παραμορφωθεί
2. ζουλάω, la niña no dejaba de apretujar su osito de peluche,
η μικρή δεν σταμάταγε να πιέζει, ζουλάει το αρκουδάκι της
3. για άτομο, αγκαλιάζω σφιχτά, με θέρμη, me apretujó de alegría,
με έσφιξε από τη χαρά του
4. ραντ, πιέζομαι σε χώρο= στριμώχνομαι, la gente se apretujaba a la entrada del cine,
ο κόσμος πιεζόταν= στριμωχνόταν στην είσοδο του σινεμά
apretujamiento 1. α, οικ, πράξη και αποτέλεσμα του apretujar, apretujarse
2. συνωστισμός, στριμωξίδι
apretujón 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του apretujar