PASCUA

PASCUA= ΠΡΧ ΠΑΣΧΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

pascua 1. θ, θρη, Πάσχα χριστιανών, ιουδαίων

2. σνθ, Pascua del Espíritu Santo, θρη, Πάσχα Αγίου Πνεύματος= Πεντηκοστή

Pascua de Pentecostés, Πεντηκοστή

Pascua de Navidad, θρη, Χριστούγεννα

Pascua de Resurrección, Πάσχα της Αναστάσεως, Πάσχα

Pascua Florida, θρη, Πάσχα φλοράλ= Κυριακή του Πάσχα

3. εκφ, comulgar por Pascua Florida, θρη,. κοινωνώ την Κυριακή του Πάσχα

hacerle la pascua a alguien, οικ, μτφ, τη σπάω σε κάποιον

pascuas 1. θ πλ, θρη, περίοδος από Χριστούγεννα μέχρι και Θεοφάνεια

2. εκφ, de Pascuas a Ramos, μτφ, από Πάσχα σε Βαΐων= που και πού, στη χάση και στη φέξη

estar como unas pascuas, οικ, μτφ, είναι σαν σε Πάσχα= είναι μες την καλή χαρά

¡felices pascuas! Καλά Χριστούγεννα!

y ¡santas pascuas! οικ, μτφ, τελεία και παύλα!

pascual 1. ε, θρη, πασχαλινός, -ή, -ó, πασχαλιάτικος, -η, -o

pascuilla 1. θ, θρη, Κυριακή του Θωμά ή του Αντίπασχα

pasquinar 1. ρμ, πρχ πασκιν> επαισχύνω κάποιον= σατιρίζω

pasquín 1. α, ανώνυμη σάτιρα

pascal 1. α, φσκ, πασκάλ

PASCAL, Pascal 1. α, πλφ, γλώσσα προγραμματισμού Πασκάλ

Scroll to Top