PARRANDA= ΠΡΧ ΜΠΑΡ-ΑΝΤΑ> ΜΠΑΡ> ΓΛΕΝΤΙ, ΞΕΦΑΝΤΩΜΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
parranda 1. θ, οικ, ξεφάντωμα, γλέντι, se fueron de parranda durante toda la noche,
πήγαν για μπαρ> γλέντι για όλη την νύχτα
2. πρχ μπ-αρ-αντα> μπάντα, γκρουπ μουσικών και τραγουδιστών, una parranda de jóvenes,
μια μπάντα από νέους
3. εκφ, andar, estar de parranda, πάω στα μπαρ= το ρίχνω έξω
irse, salir de parranda, πάω για γλέντι, se ha ido de parranda con unos amigos,
έχει πάει για γλέντι με κάποιους φίλους
parrandear 1. ρα, οικ, πρχ μπαρ-αδίζω> πάω στα μπαρ= ξεφαντώνω, γλεντάω
parrandeo 1. α, οικ, ξεφάντωμα, γλέντι
parrandero, ra 1. ε, μπαρ-αδαρης> γλεντζέδικος, -η, -o, gente parrandera,
κόσμος γλεντζέδικος, γλεντζέδες
2. οικ, για περίσταση, una noche parrandera, μια νύχτα γλεντιού
parrandista 1. ε, οικ, πρχ μπαρ-αδιστης> γλεντζέδικος, -η, -o
2. πρχ της μπάντας, un mozo parrandista, ένας νέος της μπάντας
ή ένας νέος του γκρουπ μουσικών και τραγουδιστών
3. α θ, γλεντζές, γλεντζού
4. άτομο σε μπάντα, γκρουπ μουσικών και τραγουδιστών