PARILLA

PARILLA= ΠΡΧ ΠΑΡΙΛΑ> Μ-ΠΑΡΟΥΛΑ> ΣΧΑΡΑ ΜΕ ΜΠΑΡΕΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

parrilla πρχ μπαρούλα= κάτι με μπαρούλες, σχάρα

1. θ, σχάρα με μπάρες, γκριλ, ψησταριά, puso carbón en la parrilla,

έβαλε κάρβουνο στην ψησταριά

2. μαγαζί ψησταριά, Fuimos a comer a una parrilla del centro,

Πήγαμε να φάμε σε μια ψησταριά στο κέντρο της πόλης

3. σχάρα, ράφι ψυγείου

4. εστία υψικάμινου

5. αυτ, μάσκα αυτοκινήτου

6. μτφ, πρόγραμμα τηλεόρασης, ραδιοφώνου, οι γραμμές προγράμματος σαν μπαρούλες, La parrilla dice que pasarán la película a las 7 pm,

Το πρόγραμμα λέει ότι η ταινία θα προβληθεί στις 7 μ.μ.

7. αθλ, parrilla de salida, σημείο εκκίνησης σε σπορ αυτοκινήτων

parrillada 1. θ, μαγ, ψητό στη σχάρα

2. σνθ, parrillada de carne, de pescado, κρέας, ψάρι ψητό στη σχάρα

parrillero, ra 1. α θ, ψήστης

emparrillado 1. ατκ, σχάρα οπλισμού

emparrillar 1. ρμ, βάζω στην μπάρα κρέας= ψήνω στη σχάρα

2. ατκ, τοποθετώ σχάρα οπλισμού

parra 1. θ, πρχ μπάρα= άμπελος, κλήμα, Las parras empezarán a dar fruto en un año,

Τα αμπέλια θα αρχίσουν να δίνουν καρπούς σε ένα χρόνο

2. σνθ, parra virgen, παρθένο αμπέλι

3. εκφ, subirse a la parra, οικ, μτφ, ανεβαίνω στην μπάρα= το παρακάνω

ή μτφ, παίρνω υπερβολικό θάρρος, si sigues dándole confianzas se subirá a la parra,

Αν συνεχίσεις να του δίνεις αυτοπεποίθηση, θα πάρει θάρρος

ή μτφ, καβαλάω το καλάμι, desde que le han ascendido, se ha subido a la parra

Από τότε που τον έχουν προαγάγει, έχει καβαλήσει το καλάμι

ή μτφ, ανεβάζω μπάρα στα νεύρα> τα παίρνω στο κρανίο, γίνομαι έξω φρανών,

se subió a la parra al descubrir que le había engañado,

τα πήρε στο κρανίο όταν ανακάλυψε ότι τον είχε απατήσει

parral 1. α, κληματαριά, κρεβατίνα

2. μεγάλη έκταση φυτεμένη με κληματαριές

parrón 1. α, άγριο αμπέλι, κληματαριά

emparrar 1. ρμ, οιν, φτιάχνω κληματαριά

emparrado πρχ με μπάρες> κληματαριά

1. α, οιν, κληματαριά

2. πέργκολα

3. μτφ, μαλλί χτενισμένο για να καλύπτει την καράφλα

desparrancarse, esparrancarse 1. ραντ, οικ, μτφ, ξε-μπαρώνω= ανοίγω διάπλατα τα πόδια

Scroll to Top