PAPILA

PAPILA= ΠΡΧ ΠΙΠΙΛΑ> ΘΗΛΗ, ΘΗΛΩΜΑ, ΠΡΧ ΠΑΙΔΟΥΛΑ> ΠΑΙΔΙ, ΠΡΧ ΠΑΠΑΡΑ,

ΠΡΧ ΜΠΑΜΠΟΥΙΝΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

pupila 1. θ, πρχ παίς> παιδ-ούλα ή πιπίλα σαν μύτη ματιού= κόρη οφθαλμού

El doctor examinó las pupilas del enfermo con una literna especial,

Ο γιατρός εξέτασε τις κόρες οφθαλμού του ασθενούς με έναν ειδικό φακό

2. εκφ, μτφ, tener pupila, οικ, έχω μάτι να διακρίνω= έχω ικανότητα, οξύνοια, είμαι σαΐνι

La pupila que tiene mi jefe para cerrar tratos es inigualable,

Η ικανότητα του αφεντικού μου να κλείνει συμφωνίες είναι απαράμιλλη

pupilo, la 1. α θ, πρχ παίς> παιδούλι, -α ή πιπίλα= μαθητής, -α

El profesor les pidió a sus pupilos que abrieran el libro de historia en la página 202,

Ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές του να ανοίξουν το βιβλίο ιστορίας στη σελίδα 202

2. ορφανός, -νή υπό κηδεμονία

3. οικότροφος σε πανσιόν

4. αθλ, μτφ, νεοεισερχόμενος, -μενη, αθλητής, -ια

5. σνθ, medio pupilo, μέσο παιδούλι= μαθητής που τρώει μόνο μεσημεριανό και παραμένει στο οικοτροφείο μέχρι το βράδυ, αλλά κοιμάται σπίτι του

ή οικότροφος με ημι-διατροφή σε πανσιόν

pupilaje πρχ παιδουλ-άγημα, πιπιλ-άγημα

1. α, κατάσταση, ιδιότητα του υπό κηδεμονία ανηλίκου ορφανού

2. οίκημα για ορφανά, τροφεία

3. πλήρης διατροφή για μαθητές

4. νομ, κηδεμονία ανήλικου ορφανού

5. σνθ, medio pupilaje, ημι-διατροφή χωρίς διανυκτέρευση σε κολλέγια

ή ημι-διατροφή σε πανσιόν

pupilar 1. ε, νομ, παιδουλ-ικός= κηδεμονικός, -ή, -ό, για κηδεμονία ανήλικου ορφανού

2. ανα, κορη-οφθαλμικός, -ή, -ό, για κόρη οφθαλμού

pupíparo, ra 1. ε, ζωλ, πρχ παις-παρά-γει= νυμφο-τόκος

papila 1. θ, ανα, πρχ πιπ-ίλα= θηλή

2. ανα, αισθητικός υποδοχέας οργάνων

3. σνθ, papila gustativa, γευστικός κάλυκας

papila olfativa, οσφρητικό επιθηλίο

papilar 1. ε, ανα, θηλώδης, -ης, -ες, θηλιαίος, -α, -ο

papilífero, ra 1. ε, ανα, πιπιλο-φόρο= θηλώδης, -ης, -ες

papiliforme 1. ε, πιπιλό-φορμο= σε σχήμα θηλής

papiloma 1. α, ιατ, πιπιλομα= θήλωμα

pápula 1. θ, ιατ, βλαττίδα

papada 1. θ, πρχ σαν παπάρα ψωμιού= προγούλι, διπλοσάγονο

2. για ζώο, λωγάνιο, κατωλαίμι

3. κτν, πρόλοβος, γκούσα πτηνού

4. σνθ, papada de cerdo, χοιρινά μάγουλα

papo 1. α, για ζώο, λωγάνιο

2. για πτηνό, γούλα, πρόλοβος

3. οικ, προγούλι

4. οικ, μτφ, πρχ του-πέ, τουπές ή έχει πωπω> για ιδέα μεγάλη για τον εαυτό του

5. χυδ, πρχ παπί= μουνί

papos 1. α πλ, παλιό γυναικείο χτένισμα

papudo, da 1. ε, για πτηνό, με ανεπτυγμένο πρόλοβο

sopapo 1. α, οικ, πρχ χτύπημα σα-φάπα, πρχ σκαμπιλι, σα-μπάτσο, ηχμ σα-πα-πουπ

= μπερντάχι, χτύπημα στο προγούλι

2. εκφ, darle un sopapo a alguien, δίνω ένα μπερντάχι σε κάποιον,

sopapina 1. θ, μπερντάχι, μπουνιά στο πρόσωπο

2. εκφ, darle una sopapina a alguien, δίνω ένα μπερντάχι σε κάποιον

sopapear 1. ρμ, οικ, πρχ σε-φαπίζω= σκαμπιλίζω, χώνω μπάτσο, χαστουκίζω

papar 1. ρμ, τρώω φαγητά μαλακά σαν παπάρα, σούπες, πατάτες

al no tener dientes solo puede papar sopas,

με το να μην έχει δόντια μόνο μπορεί να φάει σούπες

2. τρώω κάτι, le gusta papar manzanas, του αρέσει να τρώει μήλα

3. παπαριάζω κάτι= καταβροχθίζω, σαβουρώνω, papó un par de hamburguesas,

καταβρόχθισε κάνα δυο χάμπουργκερ

4. εκφ, ¡Pápate esa! πρχ φαπα-τη> φάτη τωρα! ίδιο με το καλά να πάθεις

papear 1. ρμ, οικ, τρώω, τσιμπώ, ¿ vamos a papear algo? πάμε να τσιμπήσουμε κάτι;

2. ρα, ηχμ, πα-πα= τραυλίζω, al verla, empezó a papear, μόλις την είδε, άρχισε να τραυλίζει

papeo 1. α, οικ, φαΐ

empapar πρχ εμ-παπαριάζω= κάνω παπί από υγρό, παπαριάζω κάτι

1. ρμ, για άτομο, τρόφιμο, ύφασμα, παπαριάζω απο υγρό, βρέχω, μουσκεύω,

εμποτίζω, la lluvia me empapó mientras esperaba el autobús,

η βροχή με έκανε παπί ενώ περίμενα το λεωφορείο

empapar un algodón con alcohol, βρέχω το βαμβάκι με οινόπνευμα

2. μουλιάζω

3. σφουγγίζω υγρό, σκουπίζω, empapar el agua con un trapo,

σφουγγίζω το νερό με ένα πανί

4. για άμμο, έδαφος, εμ-ποτίζεται, απορροφώ, πίνω, la tierra empapa la lluvia,

το έδαφος απορροφά το νερό της βροχής

5. μτφ, εμποτίζω, διαποτίζω με ιδέες, συναίσθημα,

los principios derechistas empapan su doctrina, οι δεξιές αρχές διαποτίζουν το δόγμα του

6. ραντ, για άτομο, εμ-ποτίζομαι από υγρό, γίνομαι παπί, μούσκεμα,

se empapó por la lluvia, έγινε μούσκεμα από την βροχή

7. για πράγμα, καταβρέχομαι, γίνομαι μούσκεμα, μουλιάζω,

se me han empapado los zapatos, μούλιασαν τα παπούτσια μου

8. για υλικό, ύφασμα, εμποτίζομαι, είμαι εμποτισμένο, el trapo se empapa en el aceite,

το πανί είναι εμποτισμένο με λάδι

9. για υγρό, εμποτίζομαι σαν απορροφώμαι, απορροφιέμαι,

la tinta se empapa en el papel secante, το στυπόχαρτο απορρόφησε τη μελάνη

10. για νερό, διεισδύω, la lluvia se empapa en la tierra, η βροχή διεισδύει στη γή

11. empaparse de, εμποτίζομαι από γνώση, κατανοώ καλά κάτι, εμπεδώνω, αφομοιώνω,

se ampapó de historia antes presentarse al concurso,

εμποτίστηκε με ιστορία πριν παρουσιαστεί στον διαγωνισμό

για υγρό, εμποτίζομαι από, σε, με, γίνομαι μούσκεμα από

μτφ, εμποτίζομαι από φαί, τρώω πολύ, se empapó de dulces, έσκασε από γλυκά

μτφ, εμποτίζομαι από ιδέα, se empapó de Modernismo, εμποτίστηκε από μοντερνισμό

12. empaparse en, μτφ, διαποτίζομαι με, από, empaparse en una doctrina,

διαποτίζομαι από μια θεωρία

despapar 1. ρα, ιππ, πρχ δεν-ρίχνω την παπαρα μου> κεφάλι, κρατώ ψηλά το κεφάλι,

για άλογο

papión 1. α, ζωλ, πρχ μ-πα-μ-πουίνος

empapirotarse 1. ραντ, οικ, μτφ, σαν πάπυρος γίνομαι= στολίζομαι, βάζω τα καλά μου

páparo 1. α, υτμ, μτφ, πρχ, μένω σαν παπάρας όταν βλέπω κάτι που δεν ξέρω=

άτομο χωριού, χωριατάκος, ξύλο απελέκητο

paparrucha, paparruchada 1. θ, οικ, παπαριά, ¡(esto son) paparruchas!

(αυτά είναι) παπαριές!

¡deja de decir paparruchas! σταμάτα να λες παπαριές!

papera 1. θ, ιατ, πρχ σαν παπάρα= χελώνιο

2. ιατ, κτν, κόρυζα

paperas 1. θ πλ, ιατ, πρχ σαν παπάρα= παρωτίδιδα, μαγουλάδες

pilla 1. θ, ορν, φλώρος, συκοφάγος

2. ναυ, παπαφίγκος

papilla 1. θ, χυλός για παιδιά ή αρρώστους, σαν παπαρ-ούλα

2. ιατ, βαριούχο ένεμα

2. εκφ, echar, arrojar hasta la primera papilla, οικ, μτφ, ρίχνω μέχρι την πρώτη παπάρα=

ξερνώ έντονα, μου βγαίνουν τα άντερα, ξερνοβολώ

hacer papilla, κάνω παπάρα κάποιον σωματικά ή ψυχικά= τον διαλύω, τσαλαπατώ, συντρίβω, κάνω λιώμα

hecho papilla, οικ, σαν παπάρα απο κούραση= είμαι ξεθεωμένος, λιώμα, κομμάτια

ή για πράγμα, κομμάτια, θρύψαλα

repapilarse 1. ραντ, πρχ περι-παπαριάζομαι= τρώω μέχρι σκασμού, περιδρομιάζω,

ντερλικώνω

papafigo 1. α, ορν, παπάς> μαυρο-σκούφης

papahígo 1. α, μτφ, σκούφος κουκούλα για κρύο

2. ζωλ, πτηνό μαυρο-σκούφης

3. ναυ, μαΐστρα

papalina πρχ καπελινα

1. θ, σκούφος με κάλυμμα για τα αυτιά

2. καπελίνα

3. οικ, μεθύσι, σαν γίναμε πάπαλα απο ποτό

papanatas 1. α θ, οικ, πρχ παπ-ανατας> παν-ανόητος= πολύ χαζός, χαζοπούλι,

a ese papanatas cualquiera lo engaña, αυτό το χαζοπούλι τον κοροϊδεύει ο καθένας

2. κοιτά σαν χάνος, no te quedes ahí mirando como un papanatas,

μην κάθεσαι και κοιτάς σα χάνος

papanatismo 1. α, οικ, παν-ανοητισμός= χαζομάρα, αφέλεια

Scroll to Top