PANDERO

PANDERO= ΠΡΧ ΠΑΝΔΟΥΡΑ, ΠΡΧ ΤΑΜΠΟΥΡΙΝΟ, ΠΡΧ ΜΑΝΤΟΛΙΝΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

mandolina 1. θ, μαντολίνο

bandolinista 1. α θ, μαντολινιστής= άτομο που παίζει μαντολίνο

bandurria 1. θ, ισπανικό μαντολίνο

banyo 1. α, μπάντζο

pandera 1. θ, ταμπουρίνο

pandero πρχ τα-μπουρίνο

1. α, βασκικό τύμπανο

2. τυμπάνιο, ντέφι

3. μτφ, πισινός, ποπός, πάτος, la moza tenia un buen pandero, η κοπελιά είχε ωραίο πάτο

panderada 1. θ, σύνολο από τυμπάνια, ντέφια, τυμπανοκρουσία,

de lejos se oía la panderada, από μακριά ακουγόταν o ήχος των τυμπάνων

2. οικ, μτφ, σαν ήχος από τυμπάνιο= ανοησία, deja de decir panderadas,

σταμάτα να λες ανοησίες

pandereta 1. θ, μικρό ντέφι

2. εκφ, de pandereta, για τυμπάνια= οικ, υτμ, μτφ, για πανηγύρια, πανηγυριώτικος,

España de pandereta, η Ισπανία των πανηγυριών= τουριστική

Un país de pandereta, μια χώρα για πανηγύρια

zumbar la pandereta, οικ, μτφ, ξυλοφορτώνω

panderetear 1. ρα, κτυπώ το ντέφι

pandereteo 1. α, τυμπανοκρουσία

panderetero, ra 1. α θ, παίκτης, -ια ντεφιού

2. κατασκευαστής, ια ντεφιών

3. έμπορος ή πωλητής, -ια ντεφιών

pandorga 1. θ, μτφ, σαν πανδούρα το σχήμα= χαρταετός, pandorgas de colores,

πολύχρωμοι χαρταετοί

2. οικ, μτφ, σαν πανδούρα ή τυ-μπανο> κοιλιά, μπάκα

3. οικ, μτφ, γυναίκα χοντρέλα, es una pandorga, είναι μια χοντρέλα

pantorrilla 1. θ, μτφ, κνήμη, γάμπα, σαν πανδούρα

pantorrillera 1. θ, περικνημίδα

Scroll to Top