PALPAR

PALPAR= ΠΡΧ ΠΑΛΛΩ, ΠΑΛΛΟΜΑΙ, ΠΡΧ ΠΑΛΑΜΙΖΩ> ΨΗΛΑΦΩ, ΠΡΧ ΨΑΛΛΩ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

palpación πρχ παλ-παλ> παλαμίζω κάτι, ψηλαφώ, πρχ παλ-παλσιον> πς> ψηλ-αφιση

1. θ, ψηλάφιση, ψηλάφισμα, la palpación es una forma de conocimiento básico para las personas ciegas, Η ψηλάφηση είναι μια μορφή βασικής γνώσης για τυφλούς

2. ιατ, ψηλάφιση

palpadura 1. θ, ψηλάφιση, ψηλάφισμα

palpamiento 1. α, ψηλάφιση, ψηλάφισμα

palpador 1. α, τχν, έλασμα μέτρησης διάκενου, φίλερ

palpo 1. α, ζωλ, μουστάκι ψηλάφησης

palpar πρχ παλαμίζω με το χέρι, ψηλαφώ

1. ρμ, αγγίζω, ψηλαφώ, ψηλαφίζω κάτι, el médico le palpó el vientre,

ο ιατρός του ψηλάφισε την κοιλιά

2. ψηλαφώ στο σκοτάδι για να προσανατολιστώ, να βρώ έξοδο,

voy palpando para encontrar la puerta, πάω ψηλαφώντας για να βρώ την πόρτα

3. μτφ, ψηλαφώ κλίμα, περιβάλλον, ατμόσφαιρα, αντιλαμβάνομαι, νιώθω,

pudimos palpar la hostilidad, μπορέσαμε να αντιληφθούμε τη εχθρότητα

Aunque no esté presente en el partido, puedo palpar la energía del equipo,

Ακόμα κι αν δεν είμαι παρών στο παιχνίδι, μπορώ να νιώσω την ενέργεια της ομάδας

4. ραντ, μτφ, ψηλαφίζεται κλίμα, περιβάλλον, ατμόσφαιρα, γίνομαι αισθητός, αντιληπτός,

se palpa el miedo en las calles, o φόβος στους δρόμους είναι αισθητός

palpable 1. ε, πρχ παλαμιστό= ψηλαφητός, -ή, -ό, El médico dijo que el bulto era palpable,

Ο γιατρός είπε ότι το εξόγκωμα ήταν ψηλαφητό

2. που παλαμίζεται, αγγίζεται, απτός, -ή, -ό, χειροπιαστός, -ή, -ό,

Hay una diferencia palpable entre la seda y la tela vaquera,

Υπάρχει μια απτή διαφορά μεταξύ μεταξιού και υφάσματος τζιν

3. μτφ, αντιληπτός, -ή, -ό, αισθητός, -ή, -ό , ξεκάθαρος, -ή, -ο, χειροπιαστός, -ή, -ό,

απτός, -ή, -ο, Había un resentimiento palpable tras su comentario irónico,

Υπήρχε μια δυσαρέσκεια απτή πίσω από το ειρωνικό σχόλιό του

prueba palpable, δοκιμή χειροπιαστή

impalpable 1. ε, πρχ μη παλαμιστός= ανεπαίσθητος, -η, -o στο άγγιγμα, αίσθηση

αψηλάφητος, -η, -ο

palpablemente 1. επρ, πρχ παλαμιστά= απτά, χειροπιαστά, αισθητά,

la producción ha aumentado palpablemente,

έχει σημειωθεί αισθητή αύξηση της παραγωγής

palpito 1. α, οικ, μτφ, πρχ παλμός σαν προαίσθημα, διαίσθηση, αίσθηση,

tengo el pálpito de que hoy nos llamará, Έχω την αίσθηση ότι θα μας τηλεφωνήσει σήμερα

2. εκφ, tener un pálpito, έχω ένα προαίσθημα, tengo elpálpito de que algo irá mal,

έχω ένα προαίσθημα ότι κάτι θα πάει στραβά

palpitar πρχ πάλλω= έχω παλμούς

1. ρα, πάλλω, πάλλομαι, χτυπάω για καρδιά,

El corazón me comenzó a palpitar de alegría cuando encontré a mi perro,

Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά από χαρά όταν βρήκα τον σκύλο μου

el corazón le palpitaba con fuerza al llegar a la meta,

Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά καθώς έφτασε στον τερματισμό

con el fonendoscopio, el médico oye cómo palpita el corazón,

Με το στηθοσκόπιο, ο γιατρός ακούει πως χτυπά η καρδιά, τον καρδιακό παλμό

2. αυξάνω καρδιακούς παλμούς

3. πάλλομαι στο σώμα, τρέμω, ριγώ, σπαρταράω ή πάλλεται ένα όργανο, μύς,

se enfureció y la vena en su frente comenzó a palpitar,

εξαγριώθηκε και η φλέβα στο μέτωπό του άρχισε να πάλλεται

4. μτφ, εκδηλώνω συναίσθημα, πάλλομαι, ψηλαφίζεται, γίνεται ψηλαφητό, αισθητό,

En las palabras de Diana palpitaba la tristeza, στα λόγια της Νταϊάνα ψηλαφιζόταν η θλίψη

el odio palpita en sus palabras, το μίσος πάλλεται, εκδηλώνεται στα λόγια του

palpitación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του palpitar,

2. καρδιακοί παλμοί, el número de palpitaciones por minuto es normal,

ο αριθμός των καρδιακών παλμών ανά λεπτό είναι φυσιολογικός

πετάρισμα, φτερούγισμα, πτερυγισμός

palpitaciones 1. θ, ιατ, ταχυπαλμία, ταχυσφυγμία

el esfuerzo físico puede provocar palpitaciones,

η σωματική άσκηση μπορεί να προκαλέσει ταχυπαλμία

palpitante 1. ε, για καρδιά, παλμό, παλλόμενος, -η, -o,

Un rato después del susto todavía notaba el corazón palpitante,

Λίγη ώρα μετά την τρομάρα ένιωθα την καρδιά παλλόμενη

2. μτφ, που προκααλεί παλμούς= έντονος, -η, -o, καυτός, -ή, -ó

La noticia palpitante en los medios hoy es el divorcio de los reyes

Η καυτή είδηση ​​στα ΜΜΕ σήμερα είναι το διαζύγιο των βασιλιάδων

3. που τρέμει, πάλλεται, τρεμάμενος, -η, -o, σπαρταριστός, -ή, -ó,

estaba palpitante de júbilo, ήταν τρεμάμενος, έτρεμε από χαρά

párpado 1. α, ανα, βλέφαρο, πρχ παρ-παδο> παρα-φρυδο

parpadeo 1. α, βλεφάρισμα

2. αναβόσβημα για φώς

3. λαμπύρισμα για αστέρι

parpadeante 1. ε, για φώς, τρεμουλιαστός, -ή, -ó

parpadear 1. ρα, βλεφαρίζω, mira sin parpadear, κοίτα χωρίς να βλεφαρίζεις

intenta no parpadear para que pueda echarte las gotas,

Προσπάθησε να μην βλεφαρίζεις για να μπορέσω να σου ρίξω τις σταγόνες

2. αναβοσβήνω για φώς, el cursor parpadea en la pantalla,

o κέρσορας αναβοσβήνει στην οθόνη,

las luces de emergencia del vehículo parpadeaban, τα αλάρμ του οχήματος αναβόσβηναν

3. λαμπυρίζω για αστέρι, las estrellas parpadeaban en el cielo,

τα αστέρια λαμπύριζαν στον ουρανό

palpebral 1. ε, ανα, βλεφαρικός, -ή, -ό

salmodia 1. θ, θρη, πρχ ψαλμωδία

2. μτφ, ψαλμωδία, τραγούδι μονότονο, sus canciones son verdaderas salmodias,

τα τραγούδια του είναι αληθινές ψαλμωδίες

3. μτφ, ψαλμωδία, εξάψαλμος σαν κήρυγμα, ομιλία βαρετή,

otra vez viene con la misma salmodia, πάλι έρχεται με την ίδια ψαλμωδία

salmodiar 1. ρα, θρη, πρχ λέω ψαλμωδία> ψάλλω, ψέλνω

2. ρμ, μτφ, τραγουδώ μονότονα

salterio 1. α, θρη, πρχ Ψαλτήρι(ον)

2. μσκ, ψαλτήριο

salmo 1. α, πρχ ψαλμός, εκκλησιαστικός ύμνος

2. εκφ, el Libro de los Salmos, το Βιβλίο των Ψαλμών

salmear 1. ρμ, ψάλλω, ψέλνω

salmista 1. α θ, θρη, ψάλτης, ψάλτρια, υμνωδός

Scroll to Top