ONDA= ΠΡΧ ΥΔΩΡ, ΝΕΡΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
aclorhidria 1. θ, ιατ, αχλωρ-υδρία
aclorhídrico, ca 1. ε, αχλωρι-δρικός, ή, ό
anhídrido 1. α, χημ, αν-υδρίτης
anhidrita 1. θ, ορυ, ανυδρίτης
sulfúrico 1. χημ, θειϊκός ανυδρίτης
anhidro, ra 1. ε, χημ, άνυδρος, -ή, -ό
anhidrosis 1. θ, αν-ιδρωσία
clepsidra 1. θ, κλεψ-ύδρα
hidartrosis 1. θ, ιατ, υδάρθρωση
hidátide 1. θ, ιατ, υδατίδα
hidatídico, ca 1. ε, ιατ, υδατιδικός, -ή, -ό
hidra 1. ζωλ, ύδρα
2 μυθ, Λερναία Ύδρα
3 σνθ, hidra de agua dulce, ύδρα γλυκού νερού
hidrácido 1. α, χημ, υδραζίδιο
hídracina 1. θ, χημ, υδραζίνη
hidrargírico, ca 1. ε, υδραργυρικός, -ή, -ό
hidrargirismo 1. α, ιατ, υδραργυρισμός
hidrargiro 1. α, χημ, υδράργυρος
hidrato 1. α, χημ, υδροξείδιο
2 σνθ, hidrato de calcio, de carbono, χημ, υδροξείδιο του ασβεστίου, υδατάνθρακας
hídrico, ca 1. ε, υδρικός, -ή, -ό, υδάτινος, -ή, -ό
hidratar 1. ρμ, πρχ εν-υδρώνω= ενυδατώνω δέρμα, μαλλί, σώμα, piel, cabello, cuerpo,
2. χημ. ενυδατώνω
hidratación 1. θ. ενυδάτωση δέρμα, μαλλί, σώμα
2 χημ. ενυδάτωση
hidratado, da 1. ε, ενυδατωμένος, -ή, -ό, ένυδρος, -ή, -ό
hidratante 1. ε. ενυδατικός, -ή, -ό, una crema, μία ενυδατική κρέμα
2. α, ενυδατικό προϊόν, un hidratante para las manos,
μια ενυδατική κρέμα για τα χέρια
deshidratar 1. ρμ, αφ-υδατώνω
2. ραντ, αφυδατώνομαι
deshidratación 1. θ, αφυδάτωση
deshidratado, da 1. ε, αφυδατωμένος, -ή, -ό
deshidratado 1. α, αφυδάτωση
deshidratante 1. ε, αφυδατωτικός, -ή, -ό, που προκαλεί αφυδάτωση
rehidratar 1. ρμ, επανυδατώνω
rehidratación 1. θ, επανενυδάτωση
hidrogenar 1. ρμ, χημ, υδρογονώνω
hidrógeno 1. α, υδρογόνο
hidrogenación 1. θ, υδρογόνωση
hidrogenado, da 1. ε, χημ, υδρογονωμένος, -ή, -ό
deshidrogenar 1. ρμ, αφαιρώ το υδρογόνο
deshidrogenación 1. θ, αφυδρογόνωση
deshidrogenasa 1. θ, αφυδρογόναση
hidráulica 1. θ, υδραυλική επιστήμη
hidráulico, ca 1. ε, υδραυλικός, -ή, -ό
hidremia 1. θ, ιατ, υδραιμία
hidroala 1. α, υδρό-πτερο
hidroavión 1. α, υδροπλάνο
hidrocarbonado, da 1. ε, χημ, που έχει σχέση με τους υδρογονάνθρακες
hidrocarbonato 1. α, χημ, υδροανθρακικό
hidrocarburo 1. α, χημ, υδρογονάνθρακας
hidrocefalia 1. θ, ιατ, υδροκεφαλία
hidrocefálico, ca 1. ε, α θ, ιατ, υδροκεφαλικός, -ή, -ό
hidrocéfalo, la 1. ε, α θ, ιατ υδροκέφαλος, -ή, -ό
hidrocele 1. θ, ιατ, υδρο-κήλη
hidrocortisona 1. θ, βιο, υδρο-κορτιζόνη
hidrocultivo 1. α, αγρ, υδρο-καλλιέργεια, υδρο-πονική καλλιέργεια
hidrocultura 1. θ, αγρ, υδρο-καλλιέργεια, υδροπονική καλλιέργεια
hidrodinámica 1. θ, υδροδυναμική επιστήμη
hidrodinámico, ca 1. ε, φσκ, υδροδυναμικός, -ή, -ό
hidroeléctrica 1. θ, υδροηλεκτρική εταιρεία
hidroelectricidad 1. θ, υδρο-ηλεκτρισμός
hidroeléctrico, ca 1. ε, υδρο-ηλεκτρικός, -ή, -ό
hidrófilo, la 1. ε, υδρό-φιλος, -ή, -ό
hidrofobia 1. θ, ιατ, υδρο-φοβία
hidrófobo, ba 1. ε, α θ, ιατ, χημ, υδρόφοβος, -ή, -ό
hidrofoil 1. α, υδρο-πτέρυγο πλοίο
hidrófugo, ga 1. ε, υδροαπωθητικός, -ή, -ό, υδρό-φοβος, -η, -ο
hidrogel 1. α, χημ, ακουα-τζέλ
hidrografía 1. θ, υδρογραφία σαν επιστήμη, σύνολο νερών
hidrográfico, ca 1. ε, υδρογραφικός, -ή, -ό
hidrógrafo, fa 1. α θ, υδρογράφος
hidrolato 1. α, υδρο-λυτο= διυλισμένο νερό
hidrolizar 1. ρμ, χημ, υδρο-λύω
hidrólisis 1. θ, χημ, υδρόλυση
hidrolizable 1. ε, χημ, υδρολυόμενος, -ή, -ό
hidrolizado, da 1. ε, χημ, υδρο-λυμένος, -ή, -ό
hidrolizado 1. α, χημ, υδρόλυμα
hidrología 1. θ, επιστήμη υδρολογίας
2. υδρογραφία
hidrológico, ca 1. ε, υδρο-λογικός, -ή, -ό
hidrólogo, ga 1. α θ, υδρολόγος
hidromasaje 1. α, υδρο-μασάζ
hidromecánico, ca 1. ε, υδρο-μηχανικός, -ή, -ό
hidromel 1. α, υδρο-μέλι
hidrometría 1. θ, φσκ, υδρομετρία
hidrométrico, ca 1. ε, υδρομετρικός, -ή, -ό
hidrómetro 1. α, υδρόμετρο
hidroneumático, ca 1. ε, υδρο-πνευματικός, -ή, -ό
hidronimia 1. θ, υδρωνυμία, κλάδος τοπωνυμίας για την ονομασία ποταμών, λιμνών κλπ
hidropedal 1. α, υδρο-πετάλι= θαλάσσιο ποδήλατο
hidropesía 1. θ, ιατ, υδρωπικία
hidrópico, ca 1. ε, α θ, ιατ υδρωπικός, -ή, -ό, οιδηματώδης, -ης, -ες
2. λογ, διψασμένος, -η, -ο
hidroplano 1. α, υδροπλάνο
2. υδρο-πτέρυγο, ιπτάμενο δελφίνι
hidroponía 1. θ, αγρ, υδροπονία
hidropónico, ca 1. ε, υδροπονικός, -ή, -ό
hidroquinona 1. θ, χημ, υδροκινόνη
hidrosfera 1. θ, υδρόσφαιρα
hidrosilicato 1. α, χημ, ενυδροπυριτικό άλας
hidrosoluble 1. ε, χημ, υδροδιαλυτός, -ή, -ό
hidrostática 1. θ, φσκ, υδροστατική
hidrostático, ca 1. ε, υδροστατικός, -ή, -ό
hidroterapia 1. θ, ιατ, υδροθεραπεία
hidroterápico, ca 1. ε, υδροθεραπευτικός, -ή, -ό
hidrotermal 1. ε, υδροθερμικός, -ή, -ό
hidrotimetría 1. θ, χημ, υδρο-μετρία= μέτρηση σκληρότητας του νερού
hidrotórax 1. α, ιατ, υδροθώρακας
hidróxido 1. α, χημ, υδροξείδιο
hidroxilo 1. α, χημ, υδροξύλιο
hidrozoario 1. α, ζωλ, υδρο-πολύποδας
hidrozoo 1. α, ζωλ, υδρόζωο
hidruro 1. α, χημ, υδρίδιο
telurhídrico, ca 1. ε, χημ, υδροτελλούριο, τελλουριούχο υδρογόνο
ludria 1. θ, ζωλ, πρχ λ-ουδρια= βίδρα, ενυδρίδα
lutria 1. θ, ζωλ, βίδρα
nutria 1. θ, ζωλ, βίδρα, ενυδρίδα
2. δέρμα βίδρας, λουτρ, un abrigo de nutria, ένα παλτό λουτρ
vaselina 1. θ, βαζελίνη
2. μτφ, πδφ ψηλο-κρεμαστό σουτ, gol de vaselina, γκολ με ψηλοκρεμαστό σουτ
vodka 1. α, βότκα
whiskear 1. ρα, οικ, κατεβάζω ένα ουίσκι
whiskeria 1. θ, ουισκάδικο= μπαρ που σερβίρει μόνο ουίσκι
2. πορνό-μπαρ
whisky, güisqui 1. α, ουίσκι
water, váter 1. α, οικ βε-σέ, καμπινές, αποχωρητήριο, τουαλέτα
onda πρχ ύδωρ= νερό, κύμα
1. θ, κυματισμός
2. ρπτ, φεστόνι, δαντέλωμα σαν κύμα
3. φσκ, ραδ, κύμα
4. σνθ, onda corta, φσκ, ραδ, βραχύ κύμα
onda de choque, φσκ, κρουστικό κύμα
onda electromagnética, ηλεκτρομαγνητικό κύμα
onda expansiva, ωστικό κύμα
onda hertziana, φσκ, ραδ ερτζιανό κύμα
onda sonora, φσκ, ηχητικό κύμα
5. εκφ, dar buena, mala onda, οικ, δίνω καλό, κακό κύμα= αρέσω, δεν αρέσω
estar en la misma onda, οικ, βρίσκομαι στο ίδιο μήκος κύματος
estar en (la) onda, βρίσκομαι μέσα στα πράγματα, είμαι στη μόδα
estar fuera de onda, είμαι εκτός μόδας, πραγμάτων, παρωχημένος
microonda 1. θ, φσκ, μικρο-κύμα
microondas 1. α, φούρνος μικρο-κυμάτων
ondear 1. ρα, κυματίζω σαν ύδωρ, σχηματίζω κυματισμό, las banderas ondeaban al viento,
οι σημαίες κυμάτιζαν στον άνεμο
el mar ondeaba por el fuerte viento, η θάλασσα κυμάτιζε απο τον δυνατό άνεμο
el pelo le ondeaba y estaba preciosa, το μαλλί της κυμάτιζε και ήταν υπέροχη
ondeo 1. α, κυματισμός, el ondeo de las banderas, o κυματισμός των σημαιών
ondeado, da 1. ε, κυματοειδής, -ής, -ές, κυματιστός, -ή, -ό
2. για μαλλί, κυματιστός, -ή, -ό, σπαστός, -ή, -ό
ondeante 1. ε, κυματοειδής, -ής, -ές, κυματιστός, -ή, -ό
ondímetro 1. α, φσκ, συχνόμετρο
ondina 1. θ, μυθ, νερ-άιδα
ondoscopio 1. α, ηκλ, κυματο-σκόπιο
undoso, sa 1. ε, κυματίζων, -ουσα, -ον
ondular πρχ υδατο-λατώ= δίνω σχήμα κύματος
1. ρμ, κάνω σπαστά τα μαλλιά, κάνω κυματοειδή, la peluquera me onduló la melena,
η κομμώτρια μου έκανε σπαστά τα μαλλιά
2. ρα, μτφ, λικνίζομαι σαν κύμα, ondulaba sus caderas, λίκνιζε τους γοφούς της
3. κυματίζω, la cortina ondulaba a causa del viento,
η κουρτίνα κυμάτιζε εξαιτίας του ανέμου
ondulación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του ondular, κυματισμός
ondulado, da 1. ε, κυματιστός, -ή, -ό, κυματοειδής, -ής, -ές, σπαστός, -ή, -ό
ondulante 1. ε, κυματοειδής, -ής, -ές, κυματιστός, -ή, -ό, σπαστός, -ή, -ό
ondulatorio, ria 1. ε, κυματο-ειδής, -ής, -ές, κυματώδης, -ης, -ες, κυματιστός, -ή, -ό
abundar πρχ απ-υδατώνω= υπάρχει κάτι σαν πολύ ύδωρ
1. ρα, υπάρχει κάτι σαν πολύ ύδωρ, αφθονώ, βρίθω από, είμαι γεμάτος,
este año abundan las patatas, φέτος αφθονούν οι πατάτες
2. abundar en, αφθονώ σε, βρίθω από, la ciudad abunda en lugares turísticos,
η πόλη βρίθει από τουριστικά μέρη
3. μτφ, συμφωνώ απολύτως με, Abunda en las mismas opiniones que su profesor,
συμφωνεί απολύτως με τις ίδιες γνώμες του καθηγητού του
4. εκφ, lo que abunda no daña, ό, τι αφθονεί, δεν ζημιώνει=
καλύτερα να περισσεύει το καλό παρά να λείπει
abundamiento 1. α, αφθονία
2. εκφ, a mayor abundamiento, σε μεγαλύτερη αφθονία= επιπλέον, ακόμα περισσότερο
ή με περισσότερο δίκιο για κάτι= πόσο μάλλον, ένας λόγος παραπάνω
abundancia 1. θ, για ποσότητα, αφθονία, hay abundancia de naranjas en la zona,
υπάρχει αφθονία πορτοκαλιών στην περιοχή
2. για αγαθά, πλούτο, αφθονία, es una época de abundancia, είναι η εποχή της αφθονίας
3. εκφ, de la abundancia del corazón habla la boca,
από της καρδιάς το περίσσευμα μιλάει το στόμα
nadar, vivir en la abundancia, κολυμπώ στα χρήματα, ζω πλουσιοπάροχα
abundante 1. ε, άφθονος, -ή, -ό, πλούσιος, -α, -ο, una zona abundante en frutas,
μια περιοχή πλούσια σε φρούτα
abundantemente 1. επρ, άφθονα
Abundio 1. ονο, άφθονος σε βλακεία, más tonto que Abundio, οικ, βλάκας με πατέντα
sobreabundar 1. ρα, υπερ-αφθονώ σε κάτι, υπερεπαρκώ
sobreabundancia 1. θ, υπερ-αφθονία, υπερ-επάρκεια
sobreabundante 1. ε, υπερ-άφθονος, -η, -ο, υπερ-επαρκής, -ής, -ές
superabundancia 1. θ, υπερ-αφθονία
superabundante 1. ε, υπερ-άφθονος, -η, -ο
superabundar 1. ρα, υπερ-αφθονώ
inundar πρχ εν-υδρώνω κάτι= το γεμίζω με ύδωρ
1. ρμ, κυρ, μτφ, κατα-κλύζω, πλημ-μυρίζω, las tempestades inundaron la ciudad,
οι καταιγίδες πλημμύρισαν την πόλη
los madrileños inundaron el estadio, οι μαδριλένιοι κατέκλυσαν το στάδιο
2. ραντ, εν-υδρώνομαι με νερό, πλημμυρίζομαι απο νερό, κατα-κλύζομαι,
se inundó la casa πλημμύρισε το σπίτι
3. inundarse de, μτφ, πλημμυρίζομαι απο, se le inundaron los ojos de lágrimas,
τα μάτια του πλημμύρισαν από δάκρυα
4. πλημμυρίζω από, κατακλύζομαι από, la ciudad se inunda de alemanes,
η πόλη κατακλύζεται από Γερμανούς
la centralita se inundó de llamadas, το τηλεφωνικό κέντρο κατακλύστηκε από κλήσεις
inundación 1. θ, πλημμύρισμα, la inundación del río, το πλημμύρισμα του ποταμού
2. πλημμύρα, las borrascas produjeron inundaciones, οι μπόρες προκάλεσαν πλημμύρες
3. μτφ, πλημμύρα, una inundación de productos chinos,
μια πλημμύρα από κινέζικα προιόντα
redundar πρχ περι-> υπερ-υδρώνω
1. ρα, για υγρό, ξεχειλίζω
2. μτφ, redundar en, υπερ-χύνεται κάτι σαν ύδωρ, σαν αποτέλεσμα θετικό ή αρνητικό, καταλήγω σε, έχω ως αποτέλεσμα, redundar en beneficio o en perjuicio de,
αποβαίνω υπέρ ή εις βάρος του, της, las ventas redundaron en beneficio de la empresa,
οι πωλήσεις απέβηκαν υπερ της εταιρίας
redundancia 1. θ, υπερ-ύδρωση= περίσσευμα σε οτιδήποτε
2. μτφ, περιττολογία, πλεονασμός, nos recibió con su habitual redundancia de halagos,
μας υποδέχτηκε με τον συνηθισμένο πλεονασμό γαλιφιών
3. πλεονασμός λέξεων, la expresión "subir arriba" constituye una redundancia,
η έκφραση ανέβα επάνω αποτελεί ενα πλεονασμό
4. εκφ, valga la redundancia, ας μου επιτραπεί ο πλεονασμός
redundante 1. ε, περιττός, -ή, -ό