NUTRIR

NUTRIR= ΠΡΧ ΝΟΥ-ΤΡΙΡ> ΕΝ-ΤΡΕΦΩ ΚΑΠΟΙΟΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ, ΠΡΧ ΤΡΟΦΟΣ, ΠΑΡΑΜΑΝΑ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

nodriza 1. θ, τροφός, παραμάνα, La nodriza se sentó en el sillón y amamantó al bebé,

Η τροφός κάθισε στην πολυθρόνα και θήλασε το μωρό

2. για αεροπλάνο, πλοίο που τροφοδοτεί, ανεφοδιαστικός, -ή, -ó, avión, buque nodriza

nutrir 1. ρμ, κυρ, βιο, τρέφω, θρέφω, Dicen que esta crema nutre la piel del rostro,

Λένε ότι αυτή η κρέμα θρέφει το δέρμα του προσώπου,

María echa productos químicos en la tierra de sus macetas para nutrir las plantas,

Η Μαρία βάζει χημικά στο χώμα των γλαστρών της για να θρέψει τα φυτά,

la tierra nutre a las plantas, η γη θρέφει τα φυτά

2. μτφ, τρέφω, θρέφω, sus hijos le nutren de cariño, τα παιδιά της την τρέφουν με στοργή

3. μτφ, τρέφω> γεμίζω, me nutrió de halagos durante toda la noche,

με γέμισε με γαλιφιές όλο το βράδυ

Las críticas destructivas lo único que hacen es nutrir el odio,

Η καταστροφικές κριτικές το μόνο που κάνουν είναι να τροφοδοτούν το μίσος

4. μτφ, τρέφω> παρέχω, el río nutre la comarca de agua de riego,

το ποτάμι παρέχει την περιοχή με νερό ποτίσματος,

La biblioteca universitaria nutre de libros a todas las facultades,

Η βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου παρέχει βιβλία σε όλες τις σχολές

5. ραντ, κυρ, μτφ, τρέφομαι, θρέφομαι

nutrimento, nutrimiento 1. α, τροφή

2. θρεπτική ουσία

3. μτφ, τροφή> ενίσχυση ηθική

4. πράξη και αποτέλεσμα του nutrir

nutricio, cia 1. ε, θρεπτικός, -ή, -ó, sustancias nutricias, θρεπτικές ουσίες

2. που τρέφει κάποιον, διατροφικός, -ή, -ό

nutrición 1. θ, θρέψη

2. διατροφή, la correcta nutrición del organismo, η σωστή διατροφή του οργανισμού

3. πράξη και αποτέλεσμα του nutrir

4. φρμ, διαδικασία για παραγωγή φαρμάκου μέσω μίξης

nutricional 1. ε, θρεπτικός, -ή, -ό

2. διατροφικός, -ή, -ό

nutricionista 1. α θ, διατροφολόγος

nutritivo, va 1. ε, θρεπτικός, -ή, -ó

nutrido, da 1. ε, θρεμμένος, -η, -o, una persona bien ο mal nutrida,

ένα άτομο καλά ή κακά θρεμμένο

2. μτφ, θρεμμένος, -η, -ο από στοιχεία, δεδομένα, κάτι, γεμάτος, -η, -ο,

realizó un estudio muy nutrido de propuestas,

πραγματοποίησε μια μελέτη πολύ γεμάτη από προτάσεις

3. μτφ, πολυάριθμος, -η, -o, un grupo nutrido de estudiantes,

μια πολυάριθμη ομάδα φοιτητών

aplausos nutridos, πολυάριθμα χειροκροτήματα

fuego nutrido, επαναλαμβανόμενα πυρά

nutriente 1. ε, θρεπτικός, -ή, -ó, sales nutrientes, θρεπτικά άλατα

2. διατροφικός, -ή, -ό

3. α, θρεπτικό συστατικό, este medicamento facilita la absorción de nutrientes,

αυτό το φάρμακο διευκολύνει την πρόσληψη των θρεπτικών συστατικών

desnutrirse 1. ραντ, πρχ δεν-τρέφομαι σωστά= υποσιτίζομαι

Tenían poco para comer y se desnutrieron, Είχαν λίγο να φάνε και υποσιτίστηκαν

desnutrición 1. θ, υποσιτισμός

desnutrido, da 1. ε, υποσιτισμένος, -η, -o

malnutrición 1. θ, κακή-διατροφή, υποσιτισμός, κακή δίαιτα

malnutrido, da 1. ε, κακο-θρεμμένος, -η, -ο, υποσιτισμένος, -η, -ο

Scroll to Top