NUDO= ΠΡΧ ΚΟΝ-ΔΥΛΟΣ> ΚΟΜΠΟΣ, ΠΡΧ ΝΟΥΔΟ> ΓΟ-ΝΑΤΟ, ΠΡΧ, ΜΤΦ ΝΟΥ-ΔΟ> ΔΕ-ΝΩ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
nodulo 1. α, γωλ, κόνδυλος
2. ανα, οζίδιο
2. nodular 1. ε, οζώδης, -ης, -ες
noduloso, sa 1. ε, οζώδης, -ης, -ες
nodal 1. ε, κομβικός, -ή, -ó, centro nodal, κεντρικός κόμβος
punto nodal, κομβικό σημείο
nodátil 1. ε, ανα, κονδυλώδης, -ης, -ες, κονδυλικός, -ή, -ό, κονδυλιαίος, -α, -ο
entrenudo 1. α, βοτ, πρχ ενδο-νουδο> μεσο-γο-νάτιο
centinodia 1. θ, φυτό, πρχ εκατο-νουδο> πολυ-γόνατο
internodio 1. α, βοτ, μεσο-γονάτια διαστήματα, μεσο-κόμβος
nudo πρχ πρχ κό-νδυλος, μτθ νου-δο> δε-νω
1. α, κόμπος, θηλιά, el nudo de la corbata, ο κόμπος της γραβάτας
2. μτφ, πλοκή βιβλίου, el nudo de la historia, η πλοκή της ιστορίας
3. ρόζος σε δέντρο
4. μτφ, δεσμός, el nudo del matrimonio, o δεσμός του γάμου
5. ιατ, θρόμβος
6. γεω, όριο, κατώφλι
7. ναυ, ναυτικός κόμπος
8. ε, nudo, da, νομ, ψιλός, -ή, -ó, nuda propiedad, ψιλή κυριότητα
9. σνθ, nudo corredizo, θηλιά
nudo de comunicaciones, επικοινωνιακός κόμβος
nudo ferroviario, de carreteras, σιδηροδρομικός, οδικός κόμβος
nudo gordiano, γόρδιος δεσμός
nudo marinero, ναυτικός κόμπος
10. εκφ, tener, hacérsele a alguien un nudo en la garganta, έχω ένα κόμπο στο λαιμό
nudosidad 1. θ, βοτ, οζιδίωση
2. ιατ, οξώδης κατάσταση
nudoso, sa 1. ε, με κόμπους, ροζιασμένος, -η, -ο
nudillo 1. α, άρθρωση χεριού, κόμποι δακτύλων
2. ατκ, ξύλινη δοκός
3. εκφ, llamar con los nudillos, χτυπώ την πόρτα με τους κόμπους των δακτύλων
nodo 1. α, αστρ, κόμπος, κόμβος
2. φσκ, κόμβος
3. ανα, όζος
4. πλφ, δεσμός
nodación 1. θ, ιατ, ραχίτιδα
anudar 1. ρμ, ραντ, πρχ κονδυλώνω= δένω με κόμπο κάτι, γραβάτα, φουλάρι, σεντόνι,
todavía no sé anudar una corbata, ακόμη δεν ξέρω να δένω γραβάτα
Los ladrones anudaron varias sábanas y las utilizaron para descolgarse por la ventana
Οι κλέφτες έδεσαν πολλά σεντόνια μεταξύ τους και τα χρησιμοποίησαν για να ξεκρεμαστούν από το παράθυρο
2. δένω, σφίγγω κορδόνια, παπούτσια, se anudó los cordones de los zapatos,
έδεσε τα κορδόνια των παπουτσιών
3. μτφ, δένω, σφίγγω, su amistad se fue anudando paulatinamente,
Η φιλία τους έδεσε σταδιακά
4. γίνομαι κόμπος, μπλέκομαι, μπερδεύομαι χωρίς να το θέλω,
με τον άνεμο τα τσουλούφια της μπλέχτηκαν
con el viento se le anudaron los mechones,
Los cables de los auriculares se anudaron, Τα καλώδια των ακουστικών μπερδεύτηκαν
5. μτφ, κομπιάζω, σφίγγομαι στο λαιμό
6. αγρ, για φυτό, μαραίνομαι, ξηραίνομαι
anudamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του anudar, anudarse
2. δέσιμο σε κόμπο, κόμπος
anudadura 1. θ, anudamiento
desanudar 1. ρμ, ξεδένω, desanudar una corbata, ξεδένω τον κόμπο της γραβάτας
2. ραντ, ξεδένομαι, la cuerda se ha desanudado, το σχοινί ξεδέθηκε
reanudar πρχ περι-δένω ή περι-συνδέω> επανασυνδέω, συνεχίζω κάτι που διακόπηκε
1. ρμ, συνεχίζω, Podemos reanudar el partido si amaina la lluvia,
Μπορούμε να συνεχίσουμε τον αγώνα αν σταματήσει η βροχή.
Esperamos a que lleguen refuerzos para reanudar el ataque,
Περιμένουμε να φτάσουν οι ενισχύσεις για να συνεχίσουμε την επίθεση
2. επανασυνδέω για σχέση
2. για φιλία, αναθερμαίνω, reanudar una amistad, αναθερμαίνω μια φιλία
3. μτφ, ξαναδένω μια συζήτηση, επανέρχομαι, reanudar una conversación,
επανέρχομαι στη συζήτηση
4. για υπηρεσία, επαναφέρω, reanudar un servicio de autobuses,
επαναφέρω μια λεωφορειακή γραμμή.
5. ραντ, ξανα-δένεται κάτι= ξαναρχίζει, se reanudaron las conversaciones,
ξανάρχισαν οι συνομιλίες
Los cursos nocturnos se reanudarán después de las vacaciones,
Τα βραδινά μαθήματα θα ξαναρχίσουν μετά τις διακοπές
reanudación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του reanudar, επαναφορά, συνέχιση,
la reanudación del partido, η συνέχιση του παιχνιδιού
2. επανέναρξη, reanudación de las relaciones diplomáticas,
επανέναρξη των διπλωματικών σχέσεων
3. επάνοδος μετά απο διακοπές
reanudamiento 1. α, reanudación
nexo πρχ νεχο> συ-νεχω = συν-δέω, δεσμός
1. α, σύνδεσμος, σχέση, δεσμός, El nexo entre publicidad y consumismo es muy estrecho,
Η σχέση μεταξύ διαφήμισης και καταναλωτισμού είναι πολύ στενή
Este proyecto investiga el nexo entre la ansiedad y el fracaso,
Αυτό το πρότζεκτ διερευνά τη σχέση μεταξύ άγχους και αποτυχίας
Los gemelos tienen un fuerte nexo desde que nacen,
Τα δίδυμα έχουν ισχυρό δεσμό από τότε που γεννιούνται
2. γλγ, συνεκφώνηση
3. γρμ, σύνδεσμος
4. σνθ, nexo de unión, παύλα διαχωρισμού δύο λέξεων
anexo 1. α, πρχ ανεχο> σ-υνεχό-μενος σε κάτι= παράρτημα, el anexo de un hotel,
το παράρτημα ενός ξενοδοχείου
Las observaciones figuran en el Anexo 1, al final del presente documento,
Οι παρατηρήσεις περιλαμβάνονται στο Παράρτημα 1, στο τέλος αυτού του εγγράφου
anexos 1. α πλ, ανα, εξαρτήματα σάλπιγγας
anexitis 1. θ, ιατ, σαλπιγγοωοθηκίτιδα
anexo, xa 1. ε, πρχ συν-εχόμενος, -η, -ο, σε κάτι, προσαρτημένος, -η, -o, πρόσθετος, -η, -o,
El complejo hotelero consta de dos edificios anexos.
Το ξενοδοχειακό συγκρότημα αποτελείται από δύο προσαρτημένα κτίρια,
2. συνημμένος, -η, -o, ver lista anexa, δείτε τη συνημμένη κατάσταση
El archivo anexo que envié en el correo contenía las fotos del viaje
Το συνημμένο αρχείο που έστειλα στο email περιείχε τις φωτογραφίες του ταξιδιού
anexar 1. ρμ, συνέχω κάτι σε σύνολο, προσαρτώ, επισυνάπτω,
debes anexar una breve bibliografía al final del trabajo,
πρέπει να επισυνάψεις μια σύντομη βιβλιογραφία στο τέλος της εργασίας
anexidades 1. θ πλ, νομ, δικαιώματα ή όροι που προσαρτώνται στους κύριους όρους επικυρωμένων εγγράφων
anexión 1. θ, προσάρτηση, ένωση σε σύνολο, προσθήκη, anexión de un estado,
προσάρτηση ενός κράτους
anexionar 1. ρμ, προσαρτώ έδαφος
2. ραντ, προσαρτώμαι
anexionismo 1. α, προσαρτισμός = τάση, κίνημα για την προσάρτηση περιοχών
anexionista 1. ε, α θ, προσαρτηστικός, -ή, -ό, προσαρτιστής, -ια
anejar 1. ρμ, προσαρτώ
anejo 1. α, παράρτημα, El anejo del libro incluye muchísima información,
Το παράρτημα του βιβλίου περιλαμβάνει πολλές πληροφορίες
anejo, ja 1. ε, για μέρος, προσαρτημένος, -η, -o, παρακείμενος, -η, -ο,
El ayuntamiento demolerá la casa aneja a la de María.
Το δημοτικό συμβούλιο θα γκρεμίσει το παρακείμενο σπίτι σε αυτό της Μαρίας
escuela aneja, παράρτημα σχολής
2. για γραπτό, επισυναπτόμενος, -η, -o, ver lista aneja, δείτε την προσαρτημένη λίστα
3. συνεκτικός, -ή, -ό με κάτι, σχετικός, -ή, -ó, funciones anejas al puesto,
καθήκοντα σχετιζόμενα με τη θέση
conexivo, va 1. ε, πρχ συνεκτικός, -ή, -ό, συζευκτικός, -ή, -ό
para articular mejor el texto deberías introducir algunas partículas conexivas,
Για να διατυπώσεις καλύτερα το κείμενο θα έπρεπε να εισάγεις μερικά συνδετικά μόρια
conexo, xa 1. ε, συνδεόμενος, -ή, -ό, opiniones conexas, γνώμες συνδεόμενες
conexión πρχ συν-οχήν ή κονέ
1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του conectar, conectarse, σύνδεση 2 πραγμάτων, στοιχείων,
no hay conexión entre los dos robos, δεν υπάρχει σύνδεση μεταξύ των δύο κλοπών
2. σύνδεση ηλεκτρική, τηλεφωνική, conexión eléctrica, telefónica
Se perdió la conexión porque mi computadora ya no se conecta a la red,
Η σύνδεση χάθηκε επειδή ο υπολογιστής μου δεν συνδέεται πλέον στο δίκτυο
3. σύνδεση, ya he realizado las conexiones de los cables,
Έχω κάνει ήδη τις συνδέσεις των καλωδίων
4. ανταπόκριση πτήσης
5. σνθ, conexión vía satélite, δορυφορική σύνδεση
conexiones 1. θ πλ, μτφ, κονέ, συνδέσεις ατόμων, γνωριμίες, διασυνδέσεις,
Es bueno que conozcas a Pedro. Tienen muchísimas conexiones en la comunidad,
Είναι καλό που γνωρίζεις τον Πέδρο. Έχει πολλές διασυνδέσεις στην κοινότητα
conexionar 1. ραντ, μτφ, συνδέομαι, κάνω κονέ, αποκτώ γνωριμίες
los elementos se conexionaron perfectamente, τα στοιχεία συνδέονται τέλεια
2. ρμ, κάνω συνδέσεις, conexionaré estas piezas, θα συνδέσω αυτά τα κομμάτια
conexidad 1. θ, συνεχότητα πραγμάτων= συνάφεια
2. συνδετικό στοιχείο
inconexión 1. θ, πρχ ανευ-σύνδεσης, έλλειψη δεσμού, σύνδεσης σε πράγματα, άτομα
2. έλλειψη συνοχής σε λέξεις, ομιλία, ιδέες, la inconexión en la trama,
η έλλειψη συνοχής στην πλοκή
inconexo, xa 1. ε, ασύνδετος, -η, -ο, asuntos inconexos entre sí,
υποθέσεις ασύνδετες μεταξύ τους
frases inconexas, ασύνδετες φράσεις
conectar πρχ κάνω κονέ> συν-έχω 2 πράγματα, συν-δέω
1. ρμ, κάνω σύνδεση, συνδέω, conecta el módem a tu ordenador,
σύνδεσε το μόντεμ στον υπολογιστή
Si conectas el cable verde con el azul, provocarás un cortocircuito,
Εάν συνδέσετε το πράσινο καλώδιο στο μπλε καλώδιο, θα προκαλέσεις βραχυκύκλωμα
2. συνδέω στο ρεύμα, δίκτυο= ανάβω, ανοίγω, conectó la radio, άνοιξε το ραδιόφωνο
tendremos que conectar la casa a la red de abastecimiento de agua,
Θα πρέπει να συνδέσουμε το σπίτι με το δίκτυο ύδρευσης
3. συνδέω 2 μέρη, el puente conecta la isla con el continente,
η γέφυρα συνδέει το νησί με την ηπειρωτική χώρα
4. μτφ, συνδέω, συσχετίζω, la policía ha conectado los dos robos,
η αστυνομία έχει συνδέσει τις 2 κλοπές
5. συνδέομαι με κάποιον νοητικά= καταλαβαίνομαι, mi hermano y yo no conectamos,
o αδερφός μου και εγώ δεν καταλαβαινόμαστε
6. conectar con, συνδέομαι σε ιδέες με κάποιον, επικοινωνώ με,
un entrenador que conecta con los jugadores,
ένας προπονητής που επικοινωνεί με τους παίκτες
7. συνδέομαι σε μέσο μεταφοράς, έχω ανταπόκριση με, conectar con el vuelo de las 10,
συνδέομαι με την ανταπόκριση της πτήσης των 10
8. ραδ, τηλ, συνδέομαι με, conectamos con el corresponsal de Atenas,
συνδεόμαστε με τον ανταποκριτή μας της Αθήνας
conector 1. α, ηκλ, βύσμα, συζεύκτης
2. γλγ, σύνδεσμος
conectividad 1. θ, πλφ, συνδετικότητα, συνδεσιμότητα
conectivo, va 1. ε, συνδετικός, -ή, -ό
conectado, da 1. ε, ηκλ, συνδεδεμένος, -η, -o, conectado en serie, paralelo,
συνδεδεμένος σε σειρά, παράλληλα
2. πλφ, συνδεδεμένος, -η, -o
conectador 1. α, εργαλείο σύνδεσης, συνέκτης, ζεύκτης, συνδετήρας, σύνδεσμος
desconectar 1. ρμ, ραντ, αποσυνδέω μηχάνημα, σύστημα,
Desconecté el móvil para que nadie me molestara,
Έκλεισα, αποσύνδεσα το κινητό ώστε κανείς να μην με ενοχλούσε,
esta tele se desconecta automáticamente, αυτή η τηλεόραση αποσυνδέεται αυτόματα
Por precaución se recomienda desconectar los aparatos electrónicos durante una tormenta
Προληπτικά, συνιστάται να αποσυνδέετε τις ηλεκτρονικές συσκευές κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας
2. ρμ, αποσυνδέω τηλέφωνο
3. ρα, ραντ, μτφ, αποσυνδέομαι απο κόσμο, επαφές, απομονώνομαι, δεν δίνω σημασία,
Después de un día complicado, me siento frente a la tele para desconectarme,
Μετά από μια δύσκολη μέρα, κάθομαι μπροστά στην τηλεόραση για να αποσυνδεθώ, Cuando mi suegra habla de cosas negativas desconecto y pienso en otra cosa,
Όταν η πεθερά μου μιλάει για αρνητικά πράγματα, αποσυνδέομαι και σκέφτομαι κάτι άλλο
desconexión 1. θ, κυρ, μτφ, πράξη και αποτέλεσμα του desconectar, αποσύνδεση
desconectado, da 1. ε, κυρ, μτφ, αποσυνδεδεμένος, -η, -o
interconectar 1. ρμ, διασυνδέω, La nueva autopista interconectará varios pueblos,
Ο νέος αυτοκινητόδρομος θα διασυνδέσει πολλά χωριά
interconexión 1. θ, διασύνδεση