NUBE= ΠΡΧ ΝΕΦΟΣ> ΣΥΝ-ΝΕΦΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
nube
1. θ, σύννεφο, el cielo está cubierto de nubes, o ουρανός είναι καλυμμένος από σύννεφα
las nubes blancas parecen de algodón, τα λευκά σύννεφα μοιάζουν απο βαμβάκι
2. μτφ, ελάττωμα σε πολύτιμη πέτρα, en el diamante hay una pequeña nube,
στο διαμάντι υπάρχει ένα μικρό ελάττωμα
3. μτφ, σύννεφο απο άτομα, πράγματα, πλήθος, τσούρμο,
lo rodeaba una nube de admiradores, τον περιτριγύριζε ενα τσούρμο από θαυμαστές,
una nube de polvo, ενα νέφος σκόνης
4. μτφ, σύννεφο σαν εμπόδιο νοητικό, οπτικό, ψυχικό, σκοτισμός,
una nube de pesar le bloqueó la mente, ενα σύννεφο λύπης του μπλόκαρε τον νού
5. ιατ, λεύκωμα
6. σνθ, nube ardiente, διάπυρο νέφος
nube de tormenta, σύννεφο καταιγίδας
nube de verano, νέφος καλοκαιριού= κυρ, μτφ, περαστικό σύννεφο
7. εκφ, caer de las nubes, πέφτω από τα σύννεφα
como caído de las nubes, σαν πεσμένος απο τα σύννεφα= απρόσμενα
estar en las nubes, στέκομαι= πετάω στα σύννεφα
andar, estar por las nubes, μτφ, στέκει (τιμές) στα σύννεφα= είμαι πανάκριβος
el pescado está aquí por las nubes, το ψάρι είναι εδώ πανάκριβο
poner algo, a alguien por las nubes, θέτω= ανεβάζω κάποιον στα ουράνια, εκθειάζω
nubada 1. θ, πρχ νεφ-άδα= μπόρα
nubarrada 1. θ, πρχ νεφ-αράδα= ξαφνική μπόρα, μπουρίνι
nubarrado, da 1. ε, μτφ, ύφασμα σαν νέφος στο χρώμα= μουαρέ
nubarrón πρχ νεφ-άρα= σύννεφο μεγάλο, μαύρο και πυκνό
1. α, σύν-νεφο καταιγίδας, unos oscuros nubarrones, κάτι σκούρα σύννεφα καταιγίδας
nubosidad 1. θ, πρχ νεφότητα= συννεφιά, νέφωση, la nubosidad aumentará por la tarde
η συννεφιά θα αυξηθεί το απόγευμα
nuboso, sa, nubloso, sa 1. ε, πρχ νεφ-ώδης, συν-νεφιασμένος, -η, -o, cielo nuboso, συννεφιασμένος ουρανός
anubarrado, da 1. ε, συν-νεφιασμένος, -η, -ο, cielo anubarrado, συννεφιασμένος ουρανός
niebla πρχ νεφέλη
1. ομίχλη, αχλή, en la calle había niebla densa, στον δρόμο είχε πυκνή ομίχλη
2. μτφ, νεφέλη= σύγχυση, ομιχλώδες τοπίο, su vida es una niebla,
η ζωή του είναι μια ομιχλώδες τοπίο
3. ιατ, νεφέλιο στο μάτι, θολερότητα και στην ούρηση, νεφέλιο
4. σνθ, niebla meona, οικ, νεφέλη μειόν= μικρές σταγόνες, ψιχάλα
niebla tóxica, τοξική ομίχλη
nebladura 1. θ, αγρ, ζημιά λόγω ομίχλης= ερυσίβωση
2. κτν, κοινούρωση, σαν ομίχλη τα στίγματα
neblina πρχ νεφελ-ίνα 1. θ, ελαφριά ομίχλη
neblinoso, sa 1. ε, πρχ νεφελ-ώδη= ομιχλώδης, -ης, -ες
nebulosa πρχ νεφέλωση
1. θ, αστρ, νεφέλωμα
nebuloso, sa πρχ νεφελ-ώδης
1. ε, συννεφιασμένος, -η, -o
2. ομιχλώδης, -ης, -ες, ομιχλιασμένος, -η, -ο
3. μτφ, για κάτι ασαφές, ομιχλώδης, -ης, -ες, θολός, -ή, -ό, σκοτεινός, -ή, -ό
nebulosidad πρχ νεφελότητα
1. θ, σκιά απο σύννεφα, σκοτεινιά
2. μτφ, θολούρα, σύγχυση σε κάτι
nefelión 1. α, ιατ, νεφέλιο κερατοειδούς
nebulizador 1. α, φρμ, εκνεφωτής, νεφελοποιήτης
nefelometría 1. θ, χημ, νεφελομετρία
anublar πρχ νεφελ-ώνω κάτι
1. ρμ, ραντ, σκοτεινιάζω, συννεφιάζω για ουρανό, el cielo se anubló en pocos minutos,
ο ουρανός συννέφιασε, σκοτείνιασε σε λίγα λεπτά
2. μτφ, συννεφιάζω, σκοτεινιάζω, αμαυρώνω, ξεθωριάζω, θολώνω,
los rumores de cierre anublaron bastante su euforia,
οι φήμες του κλεισίματος σκοτείνιασαν αρκετά την ευθυμία του
anublarse el juicio, σκοτεινιάζει η κρίση
3. ρμ, μτφ, ξεραίνω, μαραίνω, la sequía anubló las tomateras del huerto,
η ξηρασία ξέρανε τις τοματιές του περιβολιού
4. ραντ, μτφ, συννεφιάζεται η επιθυμία για κάτι, χάνεται,
anublo 1. α, αγρ, μτφ ερυσίβη, παράσιτο που τρώει τα φυτά και αφήνει σημάδια-συννεφιές
añublo 1. α, αγρ, anublo
nublar πρχ νεφελ-ώνω
1. ρμ, ραντ, συννεφιάζω, σκοτεινιάζω για ουρανό, φώς, hoy el cielo se ha nublado,
σήμερα ο ουρανός έχει συννεφιάσει
2. μτφ, συννεφιάζω την φήμη κάποιου, αμαυρώνω, el escándalo le nubló la fama,
το διαζύγιο του αμαύρωσε την φήμη
3. μτφ, συννεφιάζω στο μυαλό, κατανόηση, συναισθήματα, θολώνω, σκοτεινιάζω
4. μτφ, συννεφιάζω στο πρόσωπο απο κάτι, δείχνω με έκφραση προσώπου
5. θαμπώνομαι στην όραση, el Sol le nubló la vista, ο Ήλιος του θάμπωσε την όραση
nublado, da 1. ε, συννεφιασμένος, -η, -o, σκεπασμένος, -η, -ο με σύννεφα
un cielo nublado, ένας συννεφιασμένος ουρανός
2. μτφ, για όραση, θολός, -ή, -ó, me hablaba con la vista nublada por la rabia,
μου μίλαγε με ματιά θολή από οργή
3. μτφ, συννεφιασμένος, -η, -ο, συγχυσμένος, -η, -ο στο μυαλό, συναίσθημα
nublado 1. α, συννεφιά
2. σύννεφο καταιγίδας
3. μτφ, σύννεφο σαν πρόβλημα για κάτι, me viene un nublado muy grande,
μου έρχεται ενα πρόβλημα (σαν σύννεφο) πολύ μεγάλο
nublo, bla 1. ε, συννεφιασμένος, -η, -ο
nublo 1. α, σύννεφο
2. αγρ, ερυσίβη
obnubilar πρχ επι-νεφελώνω, επι-σκιάζω με σύννεφα κάτι
1. ρμ, συννεφιάζω κάτι, το συσκοτίζω, las nubes obnubilaron la ciudad,
τα σύννεφα συσκότισαν την πόλη
2. μτφ, θολώνω, la ira obnubiló su juicio, η οργή θόλωσε τη λογική του
3. οικ, μτφ, θαμπώνω, μαγεύω κάποιον, su belleza obnubiló al público,
η ομορφιά της θάμπωσε το κοινό
4. ραντ, μτφ, συσκοτίζομαι, θολώνω, mi mente se obnubiló por ira,
το μυαλό μου θολώθηκε απο οργή
5. μτφ, θαμπώνομαι, μαγεύομαι με κάτι, κάποιον,
se obnubila cuando juega con el ordenador, τρελαίνεται οταν παίζει με τον υπολογιστή
obnubilación 1. θ, συσκότιση απο κάτι
2. μτφ, σκοτασμός, θόλωμα μυαλού, ψυχικό
3. μτφ, θάμπωμα, μάγεμα απο κάτι
connubio 1. α, λγτ, πρχ συν-νυμφο= γάμος
limeta 1. θ, πρχ λαιμίτσα= φαρδύ μπουκάλι με ψηλό λαιμό
nimbo πρχ νέ(μ)φος
1. α, φωτοστέφανο αγίου
2. φωτεινή στεφάνη άστρου
3. μετ, μελανίας
nimbar 1. ρμ, πρχ νυμφ-ίζω= περιβάλλω με φωτοστέφανο
nimboestrato 1. α, μετ, πρχ νεφο-στρωτο= μελανό-στρωμα
nupcias 1. θ πλ, πρχ νύφισμα= γάμος, se casó de segundas nupcias,
παντρεύτηκε με δεύτερο γάμο
2. εκφ, contraer nupcias con, συνάπτω γάμο με,
casarse en segundas nupcias, ξανα-παντρεύομαι
nupcial 1. ε, γαμήλιος, -α, -o, marcha nupcial, γαμήλιο εμβατήριο
ceremonia nupcial, γαμήλια τελετή
banquete nupcial, γαμήλιο τραπέζι
nupcialidad 1. θ, πρχ νυμφ-ότητα= γαμηλιότητα
prenupcial 1. ε, πρχ προ-νυφικός= προ-γαμιαίος, -α, -o
nubilidad 1. θ, πρχ νυμφό-τητα= ηλικία γάμου, ηλικία νύμφευσης
núbil 1. ε, πρχ νυμφ-αίος= σε ηλικία γάμου