NORMA= ΠΡΧ ΝΟΡΜΑΛ> ΚΑΝΟΝΙΚΟΣ, ΚΑΝΟΝΑΣ, ΠΡΧ ΟΝΟΜΑ> ΚΑΝΟΝΑΣ,
ΠΡΧ ΝΟΡΜΑΛ> ΟΜΑΛΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
normal πρχ νορμάλ
1. ε, που είναι γενικό ή στην πλειοψηφία, κανονικός, -ή, -ό, ομαλός, -ή, -ό,
lleva una vida normal, έχει μια κανονική ζωή
2. που συμβαίνει συνήθως, συνήθης, -ης, -ες, φυσιολογικός, -ή, -ó,
es normal que los niños jueguen, είναι φυσιολογικό να παίζουν τα παιδιά
3. σύμφωνα με την λογική, λογικός, -ή, -ό, lo normal es que tosa, ya que fuma mucho,
το λογικό είναι να βήχει, αφού καπνίζει πολύ
4. εκφ, fuera de lo normal, έξω από το νορμάλ, αφύσικος, ασυνήθης,
un acontecimiento fuera de lo normal, ένα ασύνηθες περιστατικό
más de lo normal, πάνω από το νορμάλ, κανονικό, σύνηθες
normal y corriente, νορμάλ και τρέχων= κοινός
normal 1. θ, απλή βενζίνη, el precio de la normal ha subido,
η τιμή της απλής βενζίνης ανέβηκε
2. μαθ, κάθετη
3. επρ, οικ, νορμάλ, κανονικά, φυσιολογικά, no hablaba normal, δεν μίλαγε κανονικά
anormal πρχ α-νορμαλ> όχι νορμάλ
1. ε, για κάτι που βρίσκεται σε μη νορμάλ κατάσταση ή γίνεται σπάνια, μη νορμάλ,
ανώμαλος, -η, -o, μη κανονικός, -ή, -ό, μη φυσιολογικός, -ή, -ό,
fenómeno anormal, ανώμαλο φαινόμενο
situación anormal, κατάσταση ανώμαλη, μη νορμάλ
Los niveles de azúcar en los análisis eran anormales,
Τα επίπεδα σακχάρου στις εξετάσεις ήταν μη φυσιολογικά
2. για άτομο με μη νορμάλ φυσική, διανοητική ανάπτυξη για την ηλικία του, προβληματικός, -ή, -ó, es cuidadora de niños anormales,
είναι φροντίστρια σε προβληματικά παιδιά
3. α θ, για άτομο, καθυστερημένος, -νη
4. α, οικ, σαν προσβολή, βλαμμένος, -νη, este anormal acaba de darme un empujón,
αυτός ο βλαμμένος, μόλις με έδωσε μια σπρωξιά
anormalidad 1. θ, μη νορμαλ-ότητα, ανωμαλία, una anormalidad en su comportamiento,
μια ανωμαλία στην συμπεριφορά του
anormalmente 1. επρ, μη νορμάλ, ανώμαλα, εκτός του κανονικού, ασυνήθιστα, αφύσικα,
La temperatura en este momento del año es anormalmente alta,
Η θερμοκρασία αυτήν την περίοδο του χρόνου είναι ασυνήθιστα υψηλή
norma πρχ νορμάλ> κανονικό> κανόνας, πρχ νορ-μα> όνο-μα> κανόνας που ακολουθώ
1. θ, κανόνας, κανονισμός, Es importante seguir las normas de seguridad,
Είναι σημαντικό να τηρούμε τους κανόνες ασφαλείας,
La norma ISO 9001 garantiza la calidad en los procesos industriales,
Ο κανονισμός ISO 9001 εξασφαλίζει την ποιότητα στις βιομηχανικές διαδικασίες
2. αρχή, nuestra primera norma es que el cliente siempre tiene la razón,
η βασική αρχή μας είναι ότι ο πελάτης έχει πάντα δίκιο
3. κανόνας ηθικός, ήθη, Estas acciones van en contra de las normas éticas de la empresa,
Αυτές οι ενέργειες παραβιάζουν τους ηθικούς κανόνες της εταιρείας
es la norma hacerlo así, είναι ο κανόνας να το κάνεις, να γίνεται έτσι
4. γρμ, κανόνας
5. σνθ, normas de circulación, de tráfico, κανόνες κυκλοφορίας
normas de competencia κανόνες, όροι ανταγωνισμού
normas de conducta, κανόνες συμπεριφοράς
normas del juego, κανόνες του παιχνιδιού
normas de urbanidad, κανόνες ευγενείας
6. εκφ, por norma general, κατά γενικό κανόνα
tener por norma hacer algo, έχω ως αρχή να κάνω κάτι
normalidad 1. θ, κανονικότητα, ομαλότητα, tras el temblor, todo volvió a la normalidad,
μετά τον σεισμό, όλα επέστρεψαν στην κανονικότητα
2. εκφ, con (toda) normalidad, απολύτως ομαλά, κανονικότατα,
volver a la normalidad, επιστρέφω στην ομαλότητα
normativa 1. θ, σύνολο από κανόνες, κανονισμός, ρύθμιση, διάταξη,
normativa laboral, εργασιακός κανονισμός
de acuerdo con la normativa vigente, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες
normativo, va 1. ε, κανονιστικός, -ή, -ó, ρυθμιστικός, -ή, -ó
Todos, sin excepción, deben cumplir con este esquema normativo,
Όλοι, χωρίς εξαίρεση, πρέπει να συμμορφώνονται με αυτό το ρυθμιστικό πλαίσιο
2. γρμ, κανονιστικός, -ή, -ó
paranormal 1. ε, για κάτι μη εξηγήσιμο από επιστήμη, παρα-νορμάλ> παρα-φυσικός, -ή, -ό
Algunas personas afirman tener habilidades paranormales, como la telepatía,
Κάποια άτομα ισχυρίζονται ότι διαθέτουν παραφυσικές ικανότητες, όπως η τηλεπάθεια
subnormal 1. ε, πρχ υπο-νορμάλ διανοητικά= καθυστερημένος, -η, -o,
niños subnormales, καθυστερημένα παιδιά
2. οικ, υτμ, μτφ, ηλίθιος, -α, -o, ανόητος, -η, -o, ¡qué se ha creído ese tío subnormal!
μα καλά για τι περνιέται αυτός ο ηλίθιος;
3. α θ, διανοητικά καθυστερημένο άτομο,
no debe decirse “subnormales” sino “personas con discapacidad mental"
δεν θα πρέπει να λέμε «καθυστερημένοι» αλλά «άτομα με νοητική υστέρηση, αναπηρία»
4. οικ, υτμ, μτφ, ηλίθιος, -α, βλάκας
5. μαθ, υποκανονικό
subnormalidad θ, υπο-νορμαλ διανοητικότητα= διανοητική αναπηρία,
la actitud de la sociedad ante la subnormalidad,
η στάση της κοινωνίας απέναντι στην νοητική αναπηρία
normalizar πρχ νορμαλ-οποιώ
1. ρμ, για κατάσταση, κάνω νορμάλ, κανονικο-ποιώ, αποκαθιστώ, εξομαλύνω, ομαλοποιώ,
El objetivo es normalizar las relaciones entre ambos países después del conflicto,
Ο στόχος είναι να κανονικοποιηθούν οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών μετά τη σύγκρουση
La terapia tiene como objetivo normalizar el patrón de sueño del paciente,
Η θεραπεία έχει ως στόχο να κανονικοποιήσει το υπνογράφημα του ασθενούς
Ojalá que el nuevo jefe normalice las cosas en el departamento,
Ας ελπίσουμε ότι ο νέος προϊστάμενος θα ομαλοποιήσει τα πράγματα στο τμήμα
2. μέσω νόμου ρυθμίζω, κανονίζω, τακτοποιώ, ομαλοποιώ, La sociedad busca normalizar la inclusión de personas con discapacidades en todos los aspectos de la vida,
Η κοινωνία επιδιώκει να ομαλοποιήσει την ενσωμάτωση ατόμων με αναπηρίες σε όλες τις πτυχές της ζωής
3. για προιόν, τυποποιώ
4. ραντ, τυποποιούμαι
normalización 1. θ, κανονικοποίηση, εξομάλυνση κατάστασης, ομαλοποίηση
2. ρύθμιση μέσω νόμου, κανονικοποίηση
3. τυποποίηση προιόντος
4. σνθ, normalización lingüística, γλωσσική τυποποίηση
normalmente 1. επρ, κανονικά, φυσιολογικά, συνήθως,
Normalmente, me levanto temprano para aprovechar el día,
Συνήθως, ξυπνώ νωρίς για να εκμεταλλευτώ τη μέρα,
Normalmente, los precios de los productos aumentan durante la temporada alta,
Συνήθως, οι τιμές των προϊόντων αυξάνονται κατά την περίοδο υψηλής ζήτησης
enorme πρχ έξω από νορμαλ μέγεθος, ένταση, διάσταση, αριθμό, ποιότητα, ποσότητα
1. ε, τεράστιος, -α, -ο, πολύ μεγάλος, -η, -ο, la muralla china me pareció enorme,
το σινικό τείχος μου φάνηκε τεράστιο
La tormenta causó un daño enorme en la costa, dejando a la comunidad en shock,
Η καταιγίδα προκάλεσε τεράστια ζημιά στην ακτή, αφήνοντας την κοινότητα σε σοκ
2. υπερβολικός, -ή, -ό, hicieron enormes gastos para la boda de su hijo,
έκαναν υπερβολικά έξοδα για τον γάμο του παιδιού τους
3. εξαιρετικός, -ή, -ό σε ποιότητα, resultó ser un actor enorme,
τελικά έγινε ένας εξαιρετικός ηθοποιός
enormidad, ιδιότητα του enorme
1. θ, τεράστιο, La enormidad del océano, Το τεράστιο του ωκεανού
La enormidad de opciones en el menú del restaurante hacía difícil elegir,
Η τεράστια γκάμα των επιλογών στο μενού του εστιατορίου έκανε δύσκολη την επιλογή
2. φρικαλεότητα πράξης, σαν μη νορμάλ, las enormidades de la guerra,
οι φρικαλεότητες του πολέμου
3. για λόγια εκτός νορμάλ, χοντράδα, ¡menuda enormidad acaba de soltar!
μεγάλη χοντράδα μόλις αμόλυσε!
4. εκφ, una enormidad, μια έξω από νορμάλ= πάρα πολύ, τεράστια, υπερβολικά,
nos divertimos una enormidad, διασκεδάσαμε πάρα πολύ
me ha costado una enormidad, μου κόστισε μια περιουσία
enormemente 1. επρ, εκτός του νορμάλ= πάρα πολύ, τεράστια, υπερβολικά,
disfrutamos enormemente, διασκεδάσαμε πάρα πολύ