NOCIVO

NOCIVO=ΠΡΧ ΝΟΚ- Ή ΝΟΣ-ΙΒΟ> ΝΕΚΡ-ΙΚΟ, ΝΟΣ-ΗΡΟ= ΠΟΥ ΝΕΚΡΩΝΕΙ, ΒΛΑΠΤΕΙ, ΖΗΜΙΩΝΕΙ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

necrofagia 1. θ, νεκροφαγία

necrófago, ga 1. ε, νεκροφάγος, -ος, -o

necrofilia 1. θ, νεκροφιλία

necrófilo, la 1. ε, α θ, νεκροφιλικός, -ή, -ó, νεκρόφιλος, -η

necrofobia 1. θ, νεκροφοβία

necrología 1. θ, νεκρολογία

necrológica 1. θ, νεκρολογική= αγγελία θανάτου

necrológicas 1. θ πλ, νεκρολογία

necrológico, ca 1. ε, νεκρολογικός, -ή, -ó

necromancia 1. θ, νεκρομαντεία

necrópolis 1. θ, νεκρόπολη

necropsia 1. θ, νεκροψία

necrosis 1. θ, βιο, νέκρωση

necróforo 1. α, ζωλ, νεκροφόρος

necrobia 1. θ, ζωλ, νεκρόφιλος

néctar 1. α, νέκταρ

nectareo, a 1. ε, νεκταρικός, -ή, -ό= που βγάζει ή έχει γεύση νέκταρ

nectarina 1. θ, νεκταρίνι

nectario 1. α, βοτ, νεκτάριο

nocivo, va πρχ μτφ νεκ-ρωτ-ικό= που προκαλεί ζημιά, νέκρωση σε κάτι

1. ε, βλαβερός, -ή, -ό, επιζήμιος, -α, -ο, el tabaco es nocivo para la salud,

ο καπνός είναι βλαβερός για την υγεία

nocividad 1. θ, πρχ νεκρό-τητα σε κάτι= βλαβερότητα

pernicioso, sa πρχ περι-(πολύ)-νεκρ-ώδες= που βλάπτει πολύ

1. ε, για ουσία, βλαβερός, -ή, -ó, el tabaco es pernicioso para la salud,

o καπνός είναι επικίνδυνος για την υγεία

2. μτφ, ολέθριος, -α, -ο, καταστροφικός, -ή, -ό, επικίνδυνος, -η, -o,

la violencia de los videojuegos es perniciosa para los niños,

η βία των βιντεοπαιχνιδιών είναι ολέθρια για τα παιδιά

3. ιατ, για πάθηση, κακοήθης, -ης, -ες

inocente πρχ ιν-οθεντε> εν-αθώον= αθώο

1. ε, α θ, για άτομο που κατηγορείται, αθώος, -α, -o,

la declararon inocente, την δήλωσαν αθώα, αθώωσαν

2. για κάτι χωρίς κακία, αθώος, -α, -o, una broma inocente, ένα αθώο αστείο

3. για άτομο χωρίς κακές σκέψεις, αφελής, -ής, -ές ¡no seas tan inocente!

μην είσαι τόσο αφελής!

4. αβλαβές, -ής, -ή, μη βλαβερός, -ή, -ό

5. εκφ, hacerse el inocente, κάνω τον αθώο, παριστάνω την αθώα περιστερά

los Santos Inocentes, των Αγίων Αθώων Νηπίων, ημέρα σφαγής αθώων νηπίων της Βηθλεέμ

inocencia 1. θ, αθωότητα κατηγορούμενου, la inocencia del acusado

2. μτφ, αθωότητα, αφέλεια, αγαθότητα, hay mucha gente que se aprovecha de su inocencia,

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που εκμεταλλεύεται την αθωότητά του

inocentada πρχ αθώα, άκακη πράξη

1. θ, αθώο αστείο, φάρσα, todos los años hacen la misma inocentada,

Κάθε χρόνο κάνουν την ίδια φάρσα

2. μτφ, καψώνι σε νέο, αθώο, άπειρο

3. πρωταπριλιάτικο αστείο, El jugador dijo en televisión que iba a dejar el baloncesto para hacerse jockey, y, claro, todo el mundo supo que era una inocentada,

Ο παίκτης είπε στην τηλεόραση ότι επρόκειτο να αφήσει το μπάσκετ για να γίνει παίκτης χόκεϊ και, φυσικά, όλοι ήξεραν ότι ήταν ανόητο έργο

4. γκάφα, χαζομάρα,¡cómo puedes decir semejante inocentada delante de tus superiores!,

Πώς μπορείς να πεις τέτοια χαζομάρα μπροστά στους ανωτέρους σου!

5. εκφ, hacer una inocentada, κάνω μια φάρσα

inocentemente 1. επρ, αθώα, χωρίς κακία

2. χωρίς κακή σκέψη= αφελώς

inocentón, ona 1. ε, οικ, μτφ, πολύ αθώος, χωρίς κακία, πονηριά= εύπιστος, -η, -o

αγαθιάρικος, -η, -ο, αθώος, -α, -ο σε σκέψη, απονήρευτος, -η, -ο,

2. α θ, αγαθιάρης, -α, αφελής, ¡qué inocentón eres!, Πόσο αφελής είσαι!

inocuidad, innocuidad 1. θ, πρχ ιν-οκουιδαδ> ανευ-κακότητα> χωρίς να μπορεί να βλάψει =

αβλαβότητα, μη βλαβερότητα, han demostrado la inocuidad del producto,

έχουν αποδείξει την αβλαβότητα του προϊόντος

inocuo, cua, innocuo, cua 1. ε, πρχ αν-κακος= άκακος, -η, -ο, αβλαβής, -ής, -ές,

ακίνδυνος, -η, -ο, este insecticida es completamente inocuo para las personas,

Αυτό το εντομοκτόνο είναι εντελώς ακίνδυνο για τους ανθρώπους

anegar πρχ π-νίγω με νερό

1. ρμ, κατακλύζω, πλημμυρίζω, La lluvia anegó las calles del centro de la ciudad,

Η ισχυρή βροχόπτωση πλημμύρισε τους δρόμους του κέντρου της πόλης,

2. πνίγω κάποιον στο νερό, βυθίζω κάτι στο νερό, le ha anegado en el río,

τον έχει πνίξει στο ποτάμι

3. ραντ, π-νίγομαι, la chica se anegó en el río, το κορίτσι πνίγηκε στο ποτάμι

4. μτφ, π-νίγομαι απο νερό ή απο κάτι, κατακλύζομαι, πλημμυρίζομαι,

anegarse de trabajo, πνίγονται στη δουλειά

el salón se anegó de luz, το σαλόνι πλημμύρισε φως

El bombardeo persiste sin descanso y la zona se anega de sangre.

Ο βομβαρδισμός συνεχίζεται χωρίς παύση και η περιοχή πνίγεται στο αίμα

5. ναυ, βουλιάζω, la nave se anegó, το πλοίο βούλιαξε

anegamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του anegar, anegarse, κατακλυσμός, πλημμύρα

πνίξιμο

anegadizo, za πρχ π-νιγητό= εύκολα πνιγμένο, βυθισμένο σε νερό

1. ε, για μέρος, (ευκολο) πλημμυρίσιμος, -η, -ο, una huerta anegadiza,

ένα περιβόλι πλημμυρίσιμο

2. για ξύλο που βυθίζεται εύκολα στο νερό, καταδυόμενος, -η, -ο

Scroll to Top