NÍSPERO

NÍSPERO= ΠΡΧ ΜΕΣΠΙΛΟ

níspero 1. α, βοτ, μεσπιλέα, μουσμουλιά

2. μέσπιλο, μούσμουλο

níspola 1. θ, βοτ, μεσπιλέα η Γερμανική, μουσμουλιά

2. μέσπιλο, μούσμουλο

Scroll to Top