NINFA

NINFA= ΠΡΧ ΝΥΜΦΗ, ΝΟΥΦΑΡΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

ninfa 1. θ, μυθ, ζωλ, νύμφη

2. λογ, νεαρή κοπέλα σαν νύμφη

ninfal 1. εμ ζωλ, νυμφικός, -ή, -ό

ninfea 1. α, βοτ, νυμφαία η λευκή, νούφαρο

ninfeácea 1. θ, βοτ, νυμφαιο-ειδής

ninfómana 1. ε, θ, ιατ, νυμφομανής

ninfomanía 1. θ, ιατ, νυμφομανία

ninfomaniaco, ca, ninfomaníaco, ca 1. ε, ιατ, νυμφομανής

ninfosis 1. θ, ζωλ, μεταμόρφωση εντόμου σε νύμφη

paraninfo 1. α, μτφ, σαν χώρος υποδοχής νύμφης, μεγάλο αμφιθέατρο (πανεπιστημίου)

linfa 1. θ, λγτ, από νούφαρο= ύδωρ

2. λέμφος

linfangioma 1. α, ιατ, λεμφαγγείωμα

linfangitis 1. θ, ιατ, λεμφαγγείτιδα

linfático, ca 1. ε, για άτομο, λεμφατικός, -ή-ó, λυμφατικός, -ή, -ó

2. ανα, ε, α θ, λεμφατικός, -ή, -ó, λυμφατικός, -ή, -ó

linfatismo 1. α, ιατ, λεμφατισμός

linfocitario, ria 1. ε, λεμφοκυτταρικός, -ή, -ó

linfocito 1. α, λεμφοκύτταρο

linfocitosis 1. θ, ιατ, λεμφοκυττάρωση

linfógeno, na 1. ε, ιατ, λεμφογόνος, -ος, -o

linfogranuloma 1. α, ιατ, λεμφο-κοκκίωμα

linfoide 1. ε, ιατ, λεμφοειδής, -ής, -ές

linfología 1. θ, ιατ, λεμφολογία

linfoma 1. α, ιατ, λέμφωμα

linfopatía 1. θ, ιατ, εμφοπάθεια

endolinfa 1. θ, ανα, ενδολέμφος

endolinfático, ca 1. ε, ανα, ενδολεμφικός, -ή, -ó

Scroll to Top