NAZARENO= ΠΡΧ ΝΑΖΩΡΑΙΟΣ, ΝΑΖΑΡΕΤ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Nazaret 1. ονο, Ναζαρέτ
nazareno, na 1. ε, ναζαρινός, -ή, -ό, από τη Ναζαρέτ
2. α θ, Ναζωραίος, Ναζωραία
nazareno 1. α, θρη, προσκυνητής ντυμένος με χιτώνα και κουκούλα στις λιτανείες της Μεγάλης Εβδομάδας
2. εκφ, el Nazareno, o Ιησούς o Ναζωραίος
nazarí, nazarita 1. ε, ιστ, σχετικός, -ή, -ó με την δυναστεία των Νασριδών
2. α θ, μέλος της δυναστείας των Νασριδών
INRI 1. α, επιγραφή ή λέξη INBI, Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς Ιουδαίων
inri 1. α, μτφ, προσβολή, ύβρις, σχόλιο κοροϊδίας, σαν να βάζω την επιγραφή στο σταυρό,
está siempre colocando el inri a todo el mundo,
πάντα βάζει επιγραφή> κοροϊδεύει όλο τον κόσμο
2. εκφ, para más, mayor inri, και σαν να μην έφτανε, και επιπλέον
colocar, poner el inri, μτφ, βάζω την επιγραφή σε κάποιον= κοροϊδεύω