NATA= ΠΡΧ ΝΑΤΑ> Β-ΟΥΤΥ-ΡΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
nata 1. θ, πρχ σα β-ούτυ-ρο> κρέμα ζαχαροπλαστείου, le encantan las fresas con nata,
τον τρελαίνουν οι φράουλες με κρέμα
2. κρέμα γάλακτος, nata de cocina, κρέμα μαγειρικής
3. πέτσα γάλακτος
4. σνθ, nata agria, ξινή κρέμα
nata batida, montada, χτυπημένη κρέμα γάλακτος
nata líquida, ρευστή κρέμα
nata para montar, κρέμα γάλακτος για χτύπημα
5. εκφ, la nata de, μτφ, η αφρόκρεμα του, la nata de la sociedad,
η αφρόκρεμα της κοινωνίας
natillas 1. θ πλ, κρέμα με άνθος αραβοσίτου, γάλα, βανίλια κι αυγά
desnatar 1. ρμ, αποβουτυρώνω
desnatado, da 1. ε, αποβουτυρωμένος, -η, -o, leche desnatada, αποβουτυρωμένο γάλα yogur desnatado, αποβουτυρωμένο γιαούρτι
desnatadora 1. θ, τχν, μηχανή αποβουτύρωσης, κορυφολόγος
semidesnatado, da 1. ε, ημι-απο-βουτυρωμένος, -η, -ο