NARCISO

NARCISO= ΠΡΧ ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

Narciso 1. ονο, Νάρκισσος

narcisismo 1. α, ναρκισσισμός

narcisista 1. ε, α θ, ναρκισσιστικός, -ή, -ό, ναρκισσιστής, -ια

narciso 1. α, βοτ, φυτό, λουλούδι, νάρκισσος

2. μτφ, άτομο νάρκισσος

3. σνθ, narciso de los prados, νάρκισσος o βουρλοειδής

Scroll to Top