NAIPE

NAIPE= ΠΡΧ ΝΑ΄Ι΄ΠΕ < ΝΤΡΑΠΕ< ΤΡΑΠΟΥΛΑ

naipe 1. α, φύλλο τράπουλας, χαρτιά

2. α πλ, σύνολο φύλλων τράπουλας, τράπουλα

3. α, μικρό πορτρέτο ελαιογραφίας πάνω σε ξύλο

4. εκφ, barajar los naipes, ανακατεύω τα χαρτιά

tener buen, mal naipe, έχω καλό, άσχημο φύλλο

naipero, ra 1. α θ, τραπουλαρης> άτομο που φτιάχνει τράπουλες

Scroll to Top