MULTA

MULTA= ΠΡΧ ΜΟΥΛ-ΤΑ> ΜΠΟΥ-ΓΙΟΥ-ΡΝΤΙ> ΠΡΟΣΤΙΜΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

multa 1. θ, πρόστιμο, multa por exceso de velocidad, πρόστιμο για υπέρβαση ταχύτητας

2. εκφ, imponer, poner una multa a alguien, βάζω, επιβάλλω πρόστιμο σε κάποιον

poner… de multa, βάζω ένα πρόστιμο, me pusieron 100 euros de multa,

μου έβαλαν 100 ευρώ πρόστιμο

multar 1. ρμ, βάζω, επιβάλλω πρόστιμο, ποινή, El policía me multó por exceso de velocidad,

Ο αστυνομικός μου έβαλε πρόστιμο για υπερβολική ταχύτητα

Scroll to Top