MUECA

MUECA= ΗΧΜ ΜΟΥ> ΣΑΝ ΚΟΡΟΙΔΙΑ Ή ΜΟΥΤΣ ΦΙΛΙΟΥ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

mueca 1. θ, ηχμ μου> γκριμάτσα κοροϊδίας ή πόνου στο πρόσωπο,

el niño hacía muecas desde el coche a los otros conductores,

το παιδί έκανε μουου> γκριμάτσες από το αμάξι προς τους άλλους οδηγούς

al oír la noticia se reflejó en su rostro una mueca de dolor,

με το άκουσμα της είδησης φάνηκε στο πρόσωπο του μια γκριμάτσα πόνου

arrumaco πρχ π-αρα-μακια = επίδειξη τρυφερότητας με λόγια, χάδια, χειρονομίες

1. α, τρυφερότητα, τρυφεράδα, χαϊδολόγημα, χάδι, γουτσου-γουτσου,

paseaban por el parque haciéndose arrumacos,

βολτάραν στο πάρκο κάνοντας πολλά μάκια> γουτσου-γουτσου

la madre está siempre haciendo arrumacos al bebé,

η μητέρα κάνει συνεχώς χάδια στο μωρό της

2. μτφ, παρα-μά(νι)κο= πολλά στολίδια, μπιχλιμπίδια, εκκεντρικό ρούχο,

iba ataviada con arrumacos ridículos, ήταν στολισμένη με χαζά μπιχλιμπίδια

remoquete 1. α, μτφ, πρχ ρε-μοκετε> περι-μου> παρ-ωνύμιο, παρα-τσούκλι, προσωνύμιο

2. μτφ, πρχ παρα-μπουκέτο= γροθιά, μπουνιά στη μούρη

Scroll to Top