MU= ΗΧΜ ΜΟΥ, ΜΟΥΓΚΑΝΗΤΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
mu 1. α, μου-γκανητό, μού-γκρισμα, μυ-κηθμός
2. ηχμ μου-ου, η φωνή του ταύρου και της αγελάδας
3. εκφ, no decir ni mu, οικ, να μην πω ούτε μου= δεν βγάζω άχνα, κιχ
cuando le recriminó su conducta no dijoni mu,
όταν του επέπληξε την συμπεριφορά του, δεν έβγαλε κιχ
mugido 1. α, μυκηθμός, μουκανιτό, μούγκρισμα
mugir 1. ρα, για ταύρο, μουγκρίζω, μουκανίζω
2. για αγελάδα, μουγκρίζω
3. για άτομο, μουγκρίζω, En el campo de batalla, se oían los heridos mugir,
Στο πεδίο της μάχης ακούγονταν οι τραυματίες να μουγκρίζουν