MOSTO= ΠΡΧ ΜΟΥΣΤΟΣ, ΜΟΥΣΤΑΡΔΑ, ΠΡΧ Α-ΜΑΡΑΝΤΟΣ> ΜΟΥΣΤΙΑΡ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
mosto 1. α, μούστος
mostillo 1. α, μουστ-αλευριά
amustiar πρχ σαν μούστος το χρώμα των φύλλων, πρχ μουστιαρ> να μαραθεί
1. ρμ, ραντ, μτφ, μαραίνω, -ομαι, ξεραίνω, -ομαι, el ficus se amustió por falta de riego,
ο φίκος μαράθηκε από έλλειψη ποτίσματος
mustiar 1. ρμ, ραντ, μαραίνω, μαραίνομαι
mustio, tia πρχ σα μούστος το χρώμα ή μαραστός< μαραμένος
1. ε, για φυτό, λουλούδι, μαραμένος, -η, -o
2. μτφ, για άτομο, μέρα, θλιμμένος, -η, -o, πένθιμος, -η, -o, μελαγχολικός, -ή, -ό,
Si estás mustio, ponte música alegre y verás como te animas
Αν είσαι θλιμμένος, βάλε χαρούμενη μουσική και θα δεις πώς φτιάχνεις διάθεση
remostar 1. ρμ, ρίχνω μούστο σε οίνο, remostaron el vino más caro de la bodega,
έριξαν μούστο στο πιο ακριβό οίνο του κελαριού
2. ραντ, γίνομαι μούστος, λιώνω, πατιέμαι
3. για οίνο, έχω γεύση μούστου
mostaza 1. θ, μουστάρδα
2. εκφ, subírsele a alguien la mostaza a las narices, του ανεβαίνει η μουστάρδα> το αίμα=
του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι, se le subió la mostaza a las narices,
του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι
amostazar πρχ να τραβάει τα μουστάκια του
1. ρμ, οικ, μτφ, φέρνω κάποιον εκτός εαυτού, εξοργίζω, κάνω έξω φρενών,
El mal comportamiento de los alumnos amostazó al profesor y terminó castigándolos,
Η κακή συμπεριφορά των μαθητών εξόργισε τον δάσκαλο και τελικά τους τιμώρησε
2. ραντ, πρχ τραβάω τα μουστάκια μου= γίνομαι έξω φρενών
mostacera 1. θ, μουσταρδιέρα
mostacilla 1. θ, μτφ, ψιλά σκάγια
mostajo 1. α, βοτ, σορβιά
mostachón 1. α, αμυγδαλωτό