MORRO

MORRO= ΠΡΧ ΜΟΡΟ> ΜΟΥΡΗ, ΜΟΥΤΡΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

morro πρχ μούρη και οι ιδιότητες της

1. α, μουσούδι, μουσούδα, ρύγχος, Esta raza de perro tiene el morro estrecho y largo,

Αυτή η ράτσα σκύλου έχει μακρύ, στενό ρύγχος

2. οικ, μτφ, στόμα, χείλη, Se pintó los morros de rojo, Έβαψε τα χείλια κόκκινα

3. οικ, μτφ, αναίδεια, θράσος, Hay que tener mucho morro para irse del bar sin pagar,

Πρέπει να έχεις πολύ θράσος για να φύγεις από το μπαρ χωρίς να πληρώσεις

4. οικ, μτφ, μούρη αμαξιού, μπροστινό μέρος, le dieron un golpe en el morro del coche,

τον χτύπησαν, του έδωσαν ένα χτύπημα στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου

5. μτφ, ρύγχος, Justo antes de aterrizar, hay que levantar el morro hasta unos siete grados,

Λίγο πριν την προσγείωση, η μύτη θα πρέπει να ανυψωθεί περίπου στις επτά μοίρες

6. μτφ, βουναλάκι, βραχώδης λοφίσκος, Nos paramos al pie de un morro para descansarnos,

Σταματήσαμε στους πρόποδες ενός λοφίσκου για να ξεκουραστούμε

7. μτφ, βότσαλο μικρό και στρογγυλό

8. εκφ, arrugar el morro, οικ, πρχ ριγιάζω την μούρη= στραβο-μουτσουνιάζω

torcer el morro, οικ, στραβο-μουτσουνιάζω, στραβώνω, δείχνω δυσαρέσκεια

asomar el morro, οικ, ξεμυτίζω, ξεπροβάλλω

caerse de morros, οικ, πέφτω με τα μούτρα

romperle los morros a alguien, σπάω τα μούτρα κάποιου

dar a alguien en los morros, οικ, του τη δίνω στα νεύρα κάποιου

pasarle algo a alguien por los morros, οικ, με το έτσι θέλω

estar de morros (con alguien), οικ, κρατάω μούτρα (σε κάποιον)

poner morros, οικ, κάνω μούτρα

por (todo) el morro, οικ, αδιάντροπα, ασύστολα, χωρίς ίχνος ντροπής

ή μτφ λόγω μούρης= παίρνω χωρίς να πληρώσω ή δωρεάν, χωρίς κόπο, προσπάθεια,

su padre es el director y le han dado el empleo por el morro,

Ο πατέρας του είναι ο διευθυντής και του έχουν δώσει την δουλειά άκοπα

echarle morro, οικ, έχω πολύ θράσος

tener morro, οικ, έχω θράσος

tener alguien un morro que se lo pisa, οικ, έχω απίστευτο θράσος

beber a morro, πίνω χωρίς ποτήρι, κατευθείαν από τη βρύση ή από το μπουκάλι

le gusta beber la cerveza a morro, του αρέσει να πίνει την μύρα από το μπουκάλι

morrón 1. α, οικ, πρχ μουριά= χτύπημα στην μούρη, πρόσωπο ή χτύπημα, τράκο,

no vio el cristal de la puerta y se pegó un buen morrón,

δεν είδε το τζάμι της πόρτας και έδωσε ένα τράκο δυνατό

morrudo, da πρχ μουράτος

1. ε, μακρυμούρης, -α, -ικο

2. μτφ, που έχει μεγάλα χείλια

3. μτφ, θρασύς, -εία, -ύ, αναιδής, -ής, -ές

amorrar πρχ ρίχνω την μούρη εμπρός

1. ρμ, κατεβάζω, γέρνω το κεφάλι προς τα εμπρός για άτομο, ζώο,

al ver las pruebas, el hombre guardó silencio, y solo amorró,

Όταν είδε τα στοιχεία, ο άντρας παρέμεινε σιωπηλός και κατέβασε το κεφάλι

2. ρα, ραντ, κρατάω μούτρα, se amorra cuando le riñen, κρατάει μούτρα όταν τον μαλώνουν

3. ναυ, ρα, προνεύω, γέρνω προς τα εμπρός (πλώρη)

4. ναυ, ρμ, υποστέλλω

5. ραντ, πίνω με την μούρη> με το στόμα κολλημένο, πίνω από μπουκάλι,

no te amorres a la botella de agua, μην πίνεις το νερό από το μπουκάλι

6. μτφ, πλησιάζω, κολλάω, te amorras a mi y nos colamos,

κολλάς σε μένα και περνάμε δίχως να μας πάρουν χαμπάρι

amorronar 1. ρμ, υψώνω τη σημαία μεσίστια

morgue 1. θ, νεκροτομείο, El cadáver fue llevado a la morgue donde se le hará la autopsia,

Η σορός μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο όπου θα διενεργηθεί νεκροψία

morra 1. θ, κορυφή του κεφαλιού

2. παιχνίδι στο οποίο προσπαθείς να μαντέψεις πόσα δάκτυλα σηκώνει πίσω από την πλάτη του κάποιος

3. εκφ, andar a la morra, βαδίζω στην μούρη του άλλου> παίζω μπουνιές,

Los dos muchachos empezaron a discutir y acabaron andando a la morra,

Τα δύο αγόρια άρχισαν να μαλώνουν και κατέληξαν να παίζουν μπουνιές

morrión sm 1. α, πρχ επι-μουριον= κράνος πανοπλίας, περικεφαλαία

2. σκληρό στρατιωτικό πηλίκιο

morrada πρχ μουραδα> χτύπημα στο κεφάλι, μούρη

1. θ, κεφαλιά, χτύπημα στο κεφάλι που δέχομαι ή ρίχνω,

tengo un chichón en la cabeza de una morrada que me pegué,

Έχω ένα καρούμπαλο στο κεφάλι μου από ένα χτύπημα που έδωσα

2. χαστούκι, le dio una morrada tan fuerte que le dejó la mejilla colorada,

Της έδωσε ένα χαστούκι τόσο δυνατό που της άφησε το μάγουλό κοκκινισμένο

morralla 1. θ, πρχ μορ-αγια> μαρίδα, ψιλό ψαράκι

2. μτφ, υτμ, πρχ μουρού-λες ή η σάρα και η (πρχ) μάρα> συρφετός, λέρα, μαρίδα, σωρός, πλέμπα, λαικάτζα, και η μάρα, a este bar viene la morralla del barrio,

σε αυτό το μπαρ έρχεται και η σάρα και η μάρα της γειτονιάς

3. μτφ, συνονθύλευμα, αχταρμάς από πράγματα, μάτζαλα, άχρηστα πράγματα,

¿Qué es esta morralla? Τι είναι αυτά τα μάτζαλα;

morrazo 1. α, σκουντούφλημα με το κεφάλι, estaba oscuro y me di un morrazo con la puerta ήταν σκοτάδι και έδωσα μια κεφαλιά, και χτύπησα με το κεφάλι στην πόρτα

2. οικ, μτφ, ξεροκέφαλο άτομο, ξερό κεφάλι, ¡qué morrazo tienes!

τι ξερό κεφάλι έχεις ή τι ξεροκέφαλος που είσαι!

morrear 1. ρμ, ρα, οικ, μτφ, πρχ χα-μουρεύω κάποιον ή είμαι μούρη με μούρη=

φιλάω στο στόμα, Catalina empujó a Daniel contra la pared, y lo morreó apasionadamente,

Η Καταλίνα έσπρωξε τον Ντάνιελ στον τοίχο και τον φίλησε με πάθος,

Mi novia y yo nos pusimos a morrear nada más empezar la película,

Η κοπέλα μου κι εγώ αρχίσαμε να φιλιόμαστε μόλις ξεκίνησε η ταινία

2. ραντ, φιλιέμαι στο στόμα, He visto a Sara y Pep morreándose en un banco del parque, Είδα τη Σάρα και τον Πέπ να φιλιούνται σε ένα παγκάκι του πάρκου

morreo 1. α, οικ, μτφ, χαμούρεμα, γαλλικό φιλί, φίλημα στο στόμα, γλωσσόφιλο,

se estaban dando un morreo, έδινα φιλιά στο στόμα ο ένας στον άλλο

morrillo 1. α, οικ, μτφ, μτθ μο-ρι-λιο> λαι-μου-ρα= παχουλός λαιμός

2. σαρκώδες μέρος στην περιοχή του λαιμού σε ζώο

3. μτφ, κροκάλα, πέτρα με πλατιά μούρη

murria 1. θ, μτφ, πρχ μουρια> με μούρη χάλια ή μαυρίλα, μαύρες= θλίψη, κατάθλιψη,

no sé qué le pasa, me preocupa su murria,

δεν ξέρω τι του συμβαίνει, με ανησυχεί η κατάθλιψη του

murrio, rria 1. ε, οικ, πρχ στις μαύρες του= θλιμμένος, -η, -ο, πεσμένος, -η, -ο,

¿Cómo está Lucía? – No se le nota nada bien, está murria,

Πώς είναι η Λουσία; – Δεν φαίνεται καθόλου καλά, είναι θλιμμένη

cancamurria 1. θ, πρχ με κάτω μούρη= μαυρίλα ψυχική, στενοχώρια, κατήφεια

morriña 1. θ, νοσταλγία

2. θλίψη, στενοχώρια

3. κτν, ύδρωπας των προβάτων

muserola 1. θ, πρχ μουρ-ουλα= επιρρίνιο

Scroll to Top