MORADA= ΠΡΧ ΡΙΖΑ ΜΕΡ-> ΜΕΡΟΣ, ΚΑΤΟΙΚΙΑ, ΠΡΧ ΠΑΡΑ-ΜΕΡΙΖΩ ΧΡΟΝΙΚΑ> ΚΑΘΥΣΤΕΡΩ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
morada 1. θ, λογ, κατοικία, μέρος διαμονής, alquiló una humilde morada,
νοίκιασε μια ταπεινή κατοικία,
El gobierno local está construyendo una morada para ancianos sin hogar,
Η τοπική αυτοδιοίκηση κατασκευάζει ένα μέρος διαμονής για άστεγους ηλικιωμένους
2. παραμονή, Su hermano aprendió a esquiar durante su morada en los Alpes,
Ο αδερφός του έμαθε σκι κατά την παραμονή του στις Άλπεις
3. μτφ, μέρος, κατοικία σε κάτι άυλο, La poesía es la morada de los sentimientos,
Η ποίηση είναι η κατοικία των συναισθημάτων
4. σνθ, última, eterna morada, τελευταία κατοικία,
allanamiento de morada, νομ, Διατάραξη οικιακής ειρήνης
morar 1. ρα, πρχ μοραρ> είμαι σε μέρος= κατοικώ, διαμένω, ζω σε μέρος,
Los griegos creían que los dioses moraban en mansiones de cristal en el Monte Olimpo,
Οι Έλληνες πίστευαν ότι οι θεοί ζούσαν σε κρυστάλλινα αρχοντικά στον Όλυμπο
2. μτφ, κατοικώ, ζω, El miedo es un producto de la memoria que mora en el pasado,
Ο φόβος είναι ένα προϊόν μνήμης που κατοικεί στο παρελθόν
morador, ra 1. α θ, κάτοικος
2. ενοικιαστής, ενοικιάστρια οικίας
moranza 1. θ, συνεχής διαμονή
moratoria 1. θ, χρεοστάσιο, δικαιοστάσιο, μορατόριουμ, αναστολή πληρωμής,
me han concedido una moratoria de veinte días para pagar los impuestos,
Μου έχουν χορηγήσει μια αναστολή είκοσι ημερών για να πληρώσω τους φόρους
moroso, sa πρχ μοροσο> να παρα-μερίσω υποχρέωση που έχω
ή να παρα-μερίσω χρονικά πράξη, ενέργεια
1. ε, που καθυστερεί πληρωμές, που είναι κακοπληρωτής, -ια, ληξιπρόθεσμος, -η, -ο,
Los clientes morosos han aumentado por la crisis,
Οι ληξιπρόθεσμοι πελάτες έχουν αυξηθεί λόγω της κρίσης
2. μτφ, αργός, -ή, -ό, fue un tránsito moroso y lleno de dificultades,
ήταν ένα αργό ταξίδι και γεμάτο από δυσκολίες
es moroso en las explicaciones, είναι αργός στις εξηγήσεις του
3. α θ, κακοπληρωτής, -ια, un cliente moroso, ένας πελάτης κακοπληρωτής
morosidad 1. θ, πρχ μοροσ-ιδαδ> παρα-μέριση= καθυστέρηση σε πληρωμή, αθέτηση,
En caso de morosidad, la tasa de interés aumentará un cinco por ciento,
Σε περίπτωση αθέτησης, το επιτόκιο θα αυξηθεί κατά πέντε τοις εκατό
2. βραδύτητα, νωχέλεια σε πράξη, ενέργεια, Me volvía loco la morosidad con la que el oficinista llenaba el formulario, Με τρέλαινε η βραδύτητα με την οποία ο υπάλληλος συμπλήρωνε τη φόρμα
morosamente 1. επρ, αργά, ήρεμα, με βραδύτητα
2. καθυστερημένα, με καθυστέρηση
demora πρχ ντε-μορα> παρα-μέριση χρονική σε κάτι, μτθ ντ-εμορα> υπερ-ημε-ρία
1. θ, οκν, καθυστέρηση πληρωμής, Ιa demora en el pago conlleva una sanción,
η καθυστέρηση στις πληρωμές επιφέρει κυρώσεις
La compañía ha pactado con las eléctricas pagar sus recibos con una demora de 40 días,
Η εταιρεία, έχει συμφωνήσει με τις εταιρείες ηλεκτρισμού να πληρώνει τους λογαριασμούς της με καθυστέρηση 40 ημερών
2. κυρ, αργοπορία, καθυστέρηση, disculpen la demora, συγγνώμη για την καθυστέρηση, συγχωρήστε μου την καθυστέρηση
La demora del vuelo se debe al huracán que está pasando por la costa,
Η καθυστέρηση της πτήσης οφείλεται στον τυφώνα που διέρχεται από τις ακτές
3. νομ, πρχ ντ-εμορα> υπερ-ημερία, intereses de demora, τόκοι υπερημερίας
4. ναυ, πρχ δια-μέριση γωνιών= διόπτευση, la demora tiene un pequeño margen de error,
η διόπτευση έχει ένα μικρό περιθώριο σφάλματος
5. εκφ, sin demora, χωρίς αναβολή, καθυστέρηση
demorar πρχ παρα-μερίζω χρονικά κάτι
1. ρμ, καθυστερώ, αναβάλλω, la falta de fondos ha demorado las obras,
Η έλλειψη χρηματοδότησης έχει καθυστερήσει τις εργασίες
2. αργοπορώ, καθυστερώ να κάνω κάτι, si demoras no llegaremos a tiempo,
αν καθυστερήσεις, δεν θα φτάσουμε εγκαίρως, στην ώρα μας
3. ρα, παραμένω, se tuvo que demorar en la capital para solucionar el asunto de la hipoteca,
Αναγκάστηκε να παραμείνει στην πρωτεύουσα για να λύσει το ζήτημα της υποθήκης
4. ναυ, βρίσκομαι σε κάποια συγκεκριμένη πορεία ή κατεύθυνση σε σχέση με κάποιο
άλλο δεδομένο σημείο
5. ραντ, καθυστερώ, Discúlpenme por llegar tarde. Me demoré en una reunión,
Συγγνώμη που έφτασα αργά, άργησα. Καθυστέρησα σε μια συνάντηση
indemorable 1. ε, πρχ άνευ-παρα-μέρισης χρονικής> που δεν μπορεί να αναβληθεί=
μη αναβλητέος, -α, -ο, πιεστικός, -ή, -ό, επείγων, -ουσα, -ον,
mi viaje a Japón es indemorable, Το ταξίδι μου στην Ιαπωνία είναι μη αναβλητέο,
La resolución del conflicto es indemorable, Η επίλυση της σύγκρουσης είναι επείγουσα
remolonear πρχ ρε-μολονεαρ> πα-ρα-μολάρω> χαλαρώνω πολύ
ή παρα-μαλα-κώ-νω
1. ρα, ραντ, λουφάρω, χουζουρεύω, τεμπελιάζω, χαζολογώ,
Este fin de semana, no quiero más que remolonear en casa,
Αυτό το Σαββατοκύριακο, το μόνο που θέλω να κάνω είναι να λουφάξω στο σπίτι
Por las mañanas, me gusta remolonear un poco en la cama antes de levantarme,
Τα πρωινά, μου αρέσει να χουζουρεύω λίγο στο κρεβάτι πριν σηκωθώ,
¡deja de remolonear y échame una mano! σταμάτα vα χαζολογάς και δώσε μου ένα χεράκι!
Deja de remolonear en el sofá y ponte a estudiar,
Σταμάτα να λουφάρεις στον καναπέ και κάτσε να διαβάσεις
remoloneo 1. α, οικ, τεμπελιά, βαριεστιμάρα, χαζολόγημα, λούφα, χουζούρεμα
remolón, ona 1. ε, α θ, φυγόπονος, -η, -o, τεμπέλης, -α, -ικο, κοπανατζής, -ού,
no seas remolón y ayuda a tu padre, μην είσαι τεμπέλης και βοήθησε τον πατέρα σου
2. εκφ, hacerse el remolón, οικ, τεμπελιάζω, κάνω το κορόιδο
en cuanto ve que hay trabajo se hace el remolón,
μόλις βλέπει ότι υπάρχει δουλειά, κάνει το κορόιδο
rémora 1. θ, ζωλ, πρχ πα-ρά-μερος> επειδή κολυμπά δίπλα σε καρχαρίες, σαλάχια= ναυκράτης, κολλησόψαρο, κολαούζος
2. μτφ, πρχ αυτό που παρα-μερίζει κάτι= εμπόδιο, τροχοπέδη,
su falta de experiencia es la rémora de su ascenso laboral,
η έλλειψη εμπειρίας του αποτελεί εμπόδιο στην επαγγελματική του εξέλιξη