MONOPOLIO= ΠΡΧ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
monopoly 1. α, παιχνίδι Monopoly
monopolio 1. α, μονοπώλιο
monopolista 1. ε, α θ, μονοπωλιακός, -ή, -ό, άτομο που ασκεί μονοπώλιο
monopolizar 1. ρμ, μονοπωλώ, monopoliza la industria del petróleo,
μονοπωλεί την βιομηχανία πετρελαίου
2. μτφ, μονοπωλώ, monopolizó la atención del público,
μονοπώλησε το ενδιαφέρον του κοινού
monopolización 1. θ, μονοπώληση
monopolizador, ra 1. ε, α θ, κυρ, μτφ, μονοπωλιακός, -ή, -ό, άτομο που μονοπωλεί
monipodio 1. α, πρχ μονοπώλιο ατόμων= συνομοταξία για κάτι παράνομο,
la directiva del banco es un monipodio de mangantes,
Η διοίκηση της τράπεζας είναι μια συνομοταξία κλεφτών