MIERDA

MIERDA= ΠΡΧ Μ-ΙΕΡΔΑ> ΜΙΑΡΑ ΥΛΗ Ή Κ-ΟΥΡΑΔΑ = ΣΚΑΤΑ, ΒΡΩΜΙΑ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

mierda πρχ μ-ιερδα> κ-ουρ(ά)δα

1. θ, οικ, σκατά, κουράδα, las mierdas de perro, τα σκατά του σκύλου

2. οικ, μτφ, βρωμιά, βρωμιές, quita toda esa mierda de la silla,

βγάλε όλη αυτή την βρωμιά από την καρέκλα

3. χυδ, μτφ, πράγμα χωρίς αξία, σαβούρα, esta novela es una mierda,

αυτή το μυθιστόρημα είναι μια σαβούρα

¡qué mierda de reloj! τι σκατο-ρολόι!

4. χυδ, μτφ, σκατά από ποτό= μεθύσι, ¡vaya mierda lleva ese! τι μεθύσι έχει αυτός!

5. χυδ, μτφ, χασίσι, μαύρο, φούντα, todo el día fumando mierda,

όλη την ημέρα καπνίζοντας μαύρο

6. εκφ, ¡a la mierda con…! χυδ, στο διάολο…!, ¡a la mierda con el examen!

στο διάολο το διαγώνισμα!

cubrirse de mierda, χυδ, καλύπτομαι με σκατά= γίνομαι ρεζίλι

de mierda, χυδ, σαν πρόθεμα λεξικό, σκατο-, κωλο-, του κέρατά, esta tele de mierda,

αυτή η κωλο-τηλεόραση

estar hecho una mierda, χυδ, για άτομο, είμαι σαν κουράδα= κουρασμένος πολύ, ράκος

ή για μέρος, είμαι αχούρι

agarrar, coger una mierda, μτφ, γίνομαι σκατά, λιώμα από ποτό

irse a la mierda, χυδ, άντε χέσου!, ¡vete a la mierda!

ή μτφ, πάει σκατά κάτι, αποτυχαίνει, ναυαγεί, el proyecto se fue a la mierda,

το προτζεκτ πήγε σκατά, ναυάγησε

mandar algo, a alguien a la mierda, χυδ, στέλνω κάποιον στα σκατά

¡mucha mierda! μτφ, καλή τύχη!

pisar una mierda, οικ, πατάω σκατά

ser una mierda, χυδ, για πράγμα χωρίς αξία, είναι σκατά, σαβούρα, του κώλου

ή κακής ποιότητας, μάπα, fue una mierda de concierto, η συναυλία ήταν μάπα

tener, llevar una mierda, είμαι τύφλα, ντίρλα

¡una mierda!, ¡y una mierda! χυδ, άρνηση, αντίθεση σε κάτι, σαν φάε σκατά= με τίποτα!

με την καμία! -¿Me vas a votar? -Y una mierda, θα με ψηφίσεις; -με τίποτα!

mierda 1. α θ, οικ, υτμ, μτφ, για άτομο, σκατάς, σκατένια, ese tío es un mierda,

αυτός ο τύπος είναι ένας σκατάς

2. επφ, φτου, σκατά!, ¡mierda, ya me he olvidado! φτου, σκατά, το ξέχασα!

mierdecilla 1. α, οικ, μτφ, κουραδίτσα, σκατούλα

mierdica 1. α, οικ, σκατούλα, κουραδίτσα

mierdoso, sa 1. ε, χυδ, σκατιάρης, -α, -ικο

merdellón, ona 1. α θ, υπηρέτης, -ια ατζαμής, άτσαλος και ακατάστατος στο σερβίρισμα, σερβιτόρος απεριποίητος

Scroll to Top