MEZQUINO= ΠΡΧ ΜΙΚΡΟΝ, ΠΡΧ ΜΕΓΓΕΝΗ ΣΕ ΤΣΕΠΗ Ή ΤΣΙΓΚΟΥΝΗΣ, ΦΙΛΑΡΓΥΡΟΣ,
ΠΡΧ ΜΕΣΚΙΝΟ> ΣΑ ΔΑ-ΜΑΣΚΗΝΟ> ΕΝΝΟΙΑ ΜΙΚΡΟΥ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
mezquino, na 1. α θ, πρχ με μέγγενη στην τσέπη= τσιγκούνης, -να, φιλάργυρος, -η, -ο,
Scrooge es un claro ejemplo de un viejo mezquino,
Ο Σκρουτζ είναι ένα σαφές παράδειγμα ενός τσιγκούνη γέρου
era un usurero mezquino, ήταν ένας τοκογλύφος φιλάργυρος
2. πρχ μικρόν, -ή, -ό σε ποσότητα, ελάχιστος, -η, -ο, πενιχρός, -ή, -ό,
propina mezquina, φιλοδώρημα μικρόν
Con ese sueldo mezquino, no tenían ni para pagar el alquiler,
Με αυτόν τον πενιχρό μισθό, δεν είχαν ούτε καν να πληρώσουν το ενοίκιο
3. πρχ μικρόν ηθικά, ευτελές, -ή, -ής, μίσερος, -η, -ο, άθλιος, -α, -ο, κακός, -ιά, -ό,
tu comentario es tan mezquino que no merece respuesta,
το σχόλιο σου είναι τόσο ευτελές που δεν αξίζει απάντηση
Es un rey mezquino y tirano, Είναι ένας κακός και τυραννικός βασιλιάς
4. για άτομο, μικρόν οικονομικά= ενδεής, -ή, -ές, πάμφτωχος, -η, -ο
5. μτφ, με μικρήν μοίρα, άμοιρος, -η, -ο, κακόμοιρος, -η, -ο
mezquino, na 1. α θ, τσιγκούνης, -α, -ικο, φιλάργυρος, -η, -ο, σπαγκοραμμένος, -η, -ο
2. ηθικά μικρό= άθλιος, -α, -ο, ευτελής, -ής, -ές, μικρόψυχος, -η, -ο
3. για μέγεθος, ποσότητα, μικροσκοπικός, -ή, -ó, mezquino cuarto, μικροσκοπικό δωμάτιο
mezquindad 1. θ, τσιγκουνιά, su mezquindad es incomparable,
η τσιγκουνιά του είναι ασύγκριτη
2. μιζέρια, μικρότητα πράξης
3. μικροπρέπεια, tus mezquindades ya no me hacen daño,
οι μικροπρέπειες σου πια δεν μου κάνουν ζημιά
4. μικρότητα μεγέθους, ποσότητας
mezquinar 1. ρμ, έχω μέγγενη στην τσέπη= τσιγκουνεύομαι, Mis vecinos no mezquinaron ningún gasto en la celebración del cumpleaños de su hija,
Οι γείτονές μου δεν τσιγκουνεύτηκαν κανένα έξοδο στη γιορτή των γενεθλίων της κόρης τους
2. φείδομαι, No le mezquines elogios a tu hijo. ¡Se los merece!
Μην φείδεσαι τους επαίνους για το παιδί σου. Το αξίζει!
mezquinamente 1. επρ, με μέγκενη= φειδωλά
2. μικροπρεπώς, has actuado mezquinamente, έχεις ενεργήσει μικροπρεπώς